Ποια ήταν τα εγκλήματα κατά των ηθών στην αρχαία Αθήνα

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΗ. Η Αφροδίτη αποκρούει τον τραγοπόδαρο Πάνα με ένα σανδάλι ενώ ο Έρως πετά πάνω από το κεφάλι τους, Δήλος, περίπου 100 π.Χ 
Στέλιος Ξηρουχάκης – νομικός – ερευνητής
της ιστορίας του ελληνικού δικαίου

Αιμομιξία, ανδρική πορνεία, παιδεραστία και βιασμός στην κλασική Αθήνα Ποια ήταν τα εγκλήματα κατά των ηθών στην Αθήνα των κλασικών χρόνων και γιατί θεωρούνταν ανήθικα; 
-Πώς θα ήταν δυνατό να κηλιδώσουμε τους θεούς που εμείς οι ίδιοι φτιάξαμε;- ΑΛΚΙΦΡΩΝ,
 Επιστολή της Φρύνης στον Πραξιτέλη

Σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο, ως εγκλήματα κατά των ηθών νοούνται οι πράξεις εκείνες που προσβάλλουν τις κρατούσες κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις που αφορούν τη γενετήσια ζωή. Είναι οι πράξεις δηλαδή που στρέφονται όχι γενικά κατά των ηθών αλλά ειδικά κατά των κανόνων που διέπουν τις σεξουαλικές σχέσεις.

 Τα ποινικά αυτά αδικήματα, όπως θα λέγαμε σήμερα, είναι συνδεδεμένα απόλυτα, εξαιτίας της φύσης τους, με την εποχή τους. Έτσι, τα εγκλήματα κατά των ηθών, όπως εμφανίζονται στο αρχαίο αθηναϊκό δίκαιο της κλασικής περιόδου, δεν αντανακλούν μόνο τις αντιλήψεις της αθηναϊκής κοινωνίας για την ηθική, τον έρωτα, τη σεξουαλική ζωή. Αποτελούν παράλληλα κι ένα μέσο για να ξαναδούμε τις θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές αξίες της, για να κρίνουμε και από μιαν άλλη σκοπιά το πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο της εποχής.

 Τα κυριότερα εγκλήματα 

Τα κυριότερα εγκλήματα κατά των ηθών, σύμφωνα με το αττικό δίκαιο της κλασικής περιόδου, ήταν ο βιασμός, οι σεξουαλικές σχέσεις αντρών με σεξουαλικά ώριμα αγόρια, εφήβους έναντι χρημάτων, οι σεξουαλικές σχέσεις με ανώριμα αγόρια, η έκδοση ελεύθερου αγοριού από τους συγγενείς του, η προαγωγεία και σχετικά η αιμομιξία.

Τη «γραφή ύβρεως», 
τη διαδικασία δίωξης του βιαστή, 
μπορούσαν να εγείρουν όχι μόνο 
το θύμα ή οι συγγενείς του αλλά 
και κάθε Αθηναίος πολίτης.  

Γιατί όμως αυτές οι πράξεις ήταν ηθικά και νομικά καταδικαστέες; Ποια ήταν εκείνα τα αγαθά που οι δράστες με τη συμπεριφορά τους προσέβαλλαν; Για ν’ απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να κατατάξουμε τα εγκλήματα αυτά στις εξής κατηγορίες:

 Α. Σε μια πρώτη κατηγορία θα πρέπει να εντάξουμε τις πράξεις που προσβάλλουν την ελευθερία βούλησης στη σεξουαλική ζωή του ατόμου. Σ’ αυτήν μπορούμε να τοποθετήσουμε το έγκλημα του βιασμού.  

 Β. Σε μια δεύτερη, τις πράξεις πού προσβάλλουν ορισμένες σχέσεις που εξαιτίας της ίδιας τους της φύσης πρέπει να παραμείνουν εκτός της σεξουαλικής δραστηριότητας. Σ’ αυτήν ανήκουν οι σεξουαλικές σχέσεις με ανώριμα αγόρια και η αιμομιξία.  


 Γ. Σε μια τρίτη, αυτές που προσβάλλουν την ίδια τη φύση της σεξουαλικής πράξης. Εδώ ανήκουν ο εταιρισμός, η προαγωγεία και η έκδοση αγοριού.  

Ο χωρισμός αυτός ακολουθεί τη σύγχρονη ποινική αντίληψη και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα παρόμοιο του αττικού δικαίου. Χρησιμοποιείται όμως εδώ για μεθοδολογικούς λόγους. Σύμφωνα μ’ αυτόν, μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι ή αθηναϊκή νομοθεσία προστάτευε με τις ιδιαίτερες διατάξεις της την ελευθερία βούλησης στη σεξουαλική ζωή (δικαίωμα εντελώς σχετικό όμως, αφού με άλλες διατάξεις και κοινωνικές επιταγές συχνά αναιρούνταν), την καθαρότητα ορισμένων σχέσεων και την ίδια τη φύση της σεξουαλικής πράξης, που έπρεπε σε ορισμένες περιπτώσεις να παραμείνει στα πλαίσια μιας γνήσιας και καθαρής έλξης και έξω από τη σφαίρα των οικονομικών συναλλαγών.   Ας δούμε όμως τα εγκλήματα αυτά χωριστά:

  Ο βιασμός 

Το έγκλημα του βιασμού ήταν η διά της βίας άσκηση της σεξουαλικής πράξης ή ασελγούς πράξης επί άλλου προσώπου. Θύμα του βιασμού μπορούσε να είναι γυναίκα, άντρας, παιδί ή δούλος. Εναντίον του δράστη μπορούσε να ασκηθεί η «δίκη βιαίων».   Επειδή ακριβώς επρόκειτο περί «δίκης» και όχι περί «γραφής», τη διαδικασία δίωξης είχαν το δικαίωμα να εγείρουν μόνο το θύμα, οι συγγενείς του ή ο κύριός του. Η ποινή ήταν χρηματική. Ο δράστης, σε περίπτωση που καταδικαζόταν, όφειλε να την καταβάλει δύο φορές. Μία φορά στο θύμα και μία φορά –το ίδιο ακριβώς ποσό– στην πόλη.

Ειδικά για τον βιασμό γυναίκας, ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Σόλωνας είχε θεσπίσει ιδιαίτερο νόμο, σύμφωνα με τον οποίο, αν κάποιος άρπαζε ελεύθερη γυναίκα και τη βίαζε, έπρεπε να πληρώσει 100 αττικές δραχμές, ποσό ιδιαίτερα μεγάλο (Πλούτ. Σόλ. 23).
Ακόμα, σύμφωνα με μια πληροφορία, εκείνος που βίαζε κάποια παρθένα κοπέλα, ήταν υποχρεωμένος να την παντρευτεί.
Στην περίπτωση όμως που ο βιασμός δεν ήταν αποτέλεσμα ενός ασυγκράτητου ερωτικού πάθους αλλά έγινε με πρόθεση προσβολής ή ατίμωσης του θύματος, μπορούσε ν’ ασκηθεί κατά του δράστη η «γραφή ύβρεως» που χρησιμοποιούνταν γενικά στις περιπτώσεις βαριάς προσβολής του ατόμου.
Σ’ αυτή την περίπτωση το έγκλημα του βιασμού θεωρούνταν βαριά και βίαιη προσβολή της προσωπικότητας του θύματος. Την αντίληψη των Αθηναίων για όλες αυτές τις προσβλητικές πράξεις που γίνονταν εναντίον κάποιου προσώπου με την άσκηση παράνομης βίας μάς την δίνει ο Δημοσθένης, που μας λέει:   «Όλα όσα κάνει κανείς με τη βία ο νομοθέτης τα θεωρεί κοινά αδικήματα που αφορούν όλους, και τους έξω του αδικήματος πολίτες.
Και έκρινε ότι η μεν δύναμη είναι κτήμα λίγων, οι δε νόμοι όμως όλων, και ότι εκείνος που πείστηκε (να δώσει κάτι) πρέπει να τύχει ιδιωτικής βοήθειας, εκείνος που ασκήθηκε πάνω του βία, δημόσιας. Γι’ αυτό, στην περίπτωση αυτής της ύβρεως, έδωσε το δικαίωμα γραφής σε κάθε πολίτη, το δε πρόστιμο το έκανε όλο σε όφελος της πόλης. Γιατί ο νομοθέτης έκρινε ότι αυτός που επιχειρεί να υβρίζει αδικεί την πόλη και όχι μόνο τον παθόντα και ότι αρκετή ικανοποίηση για τον παθόντα είναι η τιμωρία του ενόχου.
Από τέτοιες δε αίτιες δεν πρέπει να κερδίζει κανείς χρήματα». (Δημ. κ. Μειδίου § 45)   Τη «γραφή ύβρεως», λοιπόν, τη διαδικασία δίωξης του δράστη, μπορούσαν να εγείρουν όχι μόνο το θύμα ή οι συγγενείς του αλλά και κάθε Αθηναίος πολίτης. Ο ίδιος ο νόμος της ύβρεως έχει σωθεί και είναι ο εξής:   «Αν κάποιος προσβάλει (υβρίσει) κάποιον, είτε παιδί, είτε γυναίκα, είτε άντρα, είτε ελεύθερο, είτε δούλο ή κάνει κάτι παράνομο εναντίον τους, ας ασκήσει τη γραφή στους θεσμοθέτες οποιοσδήποτε απ’ τους Αθηναίους θέλει και έχει αυτό το δικαίωμα (σημ. δηλαδή δεν έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα).
Οι δε θεσμοθέτες να εισάγουν την υπόθεση στην Ηλιαία μέσα σε 30 μέρες από την κατάθεση της γραφής, εάν δεν τους εμποδίζει καμιά δημόσια υπόθεση, αλλιώς μόλις θα είναι δυνατό. Αν δε η Ηλιαία καταδικάσει τον κατηγορούμενο, να του επιβάλει αμέσως τη σωματική ή τη χρηματική ποινή της οποίας θα κριθεί άξιος». (Δημ. κ. Με ίδιου § 47)
Ο Αισχίνης, στον λόγο του Κατά Τιμάρχου (§ 15), επιβεβαιώνει ότι πράγματι ίσχυαν αυτά, ενώ μας πληροφορεί ότι ο νόμος όριζε ακόμα και τα παρακάτω:   «Αν κάποιος Αθηναίος προσβάλει (υβρίσει) ελεύθερο παιδί, να ασκήσει ο κύριος του παιδιού τη γραφή ενώπιον των θεσμοθετών. Στη γραφή ας καθορίσει και την ποινή (που ζητά να επιβληθεί). Αν το δικαστήριο καταδικάσει τον κατηγορούμενο, να παραδίνεται στους Έντεκα και να εκτελείται την ίδια μέρα.
Αν πάλι καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ο ένοχος, να την καταβάλει μέσα σε 11 μέρες από τη δίκη, αν δεν μπορεί να την καταβάλει αμέσως. Ένοχοι δε αυτού του εγκλήματος ας είναι και αυτοί που αμαρτάνουν πάνω στα σώματα των οικετών».   Ο δικαστικός αγώνας σε περίπτωση ύβρεως ήταν «τιμητός», δηλαδή ο νόμος δεν καθόριζε για τον δράστη κάποια συγκεκριμένη ποινή. Ο μηνυτής όφειλε να προτείνει την ποινή που του φαινόταν άξια να επιβληθεί στον ένοχο και ο δικαστής αποφάσιζε σχετικά. Αυτή η ποινή μπορούσε να ‘ταν, ανάλογα με την περίπτωση, είτε σωματική (ακόμα και θάνατος) είτε χρηματική.

  ΕΡΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΡΩΜΕΝΟΣ. Σκηνή εναγκαλισμού με φιλί σε ένα αττικό κύλικα του Ζωγράφου της Βρισηίδος, 480 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου

 Εταίρησις, η πορνεία των αντρών 

Το έγκλημα αυτό αφορούσε τον αγοραίο έρωτα των αντρών. Ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία των όρων που χρησιμοποιούσαν για να περιγράφουν αυτό το αδίκημα: οι λέξεις εταίρησις, εταιρεία, εταιρείν και εταιρεύεσθαι αρχικά σήμαιναν την αντρική φιλία, αργότερα τις πολιτικές λέσχες και τέλος την πορνεία των αντρών.   Το έγκλημα του εταιρισμού αφορούσε τα αγόρια που εκδίδονταν έναντι χρημάτων σε άντρες και όχι τις γυναίκες εταίρες, για τη δραστηριότητα των όποιων δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος νομικός περιορισμός.
Μιλάμε εδώ για αγόρια σεξουαλικά ώριμα, που φτάνουν δηλαδή στην ηλικία της ήβης, και όχι για σεξουαλικά ανώριμα.
Οι σχέσεις με τη δεύτερη αυτή κατηγορία συνιστούσε άλλο έγκλημα, όπως θα δούμε παρακάτω, που τιμωρούνταν μάλιστα ιδιαίτερα αυστηρά. Σεξουαλικά ώριμα θεωρούνταν τα αγόρια που είχαν ηλικία κάπου ανάμεσα στα 12-20, όπως μας πληροφορεί ένα αρχαίο επίγραμμα (Παλατινή Ανθολογία XII, 4).
Η αττική νομοθεσία για τον εταιρισμό μάς δείχνει ότι όσο οι Αθηναίοι επιδοκίμαζαν την εκούσια σχέση ανάμεσα σ’ έναν άντρα και έναν νέο, που βασιζόταν στην αμοιβαία έλξη και στην αγνότητα των συναισθημάτων, τόσο την αποδοκίμαζαν όταν γινόταν αντικείμενο δικονομικών συναλλαγών.   Δράστες του εγκλήματος αυτού δεν ήταν μόνο εκείνοι που εκδίδονταν αλλά και αυτοί που πρόσφεραν τα χρήματα.
Να τι λέει ο Αισχίνης στους Αθηναίους:   «Δεν σας νομίζω πράγματι τόσο ξεχασιάρηδες ώστε να μη θυμάστε αυτό που προ ολίγου ακούσατε κατά την ανάγνωση των νόμων, στους οποίους υπάρχει διάταξη ότι και αυτός που δίνει τον εαυτό του για χρήματα γι’ αυτή την πράξη όσο κι αυτός που δίνει τα χρήματα τιμωρούνται εξίσου με την πιο βαριά ποινή». (Αισχ. κ. Τιμ. § 72)

Ας δούμε όμως τον ίδιο τον νόμο του εταιρισμού που μας έχει διασωθεί: «Αν κάποιος Αθηναίος γίνει ερωμένος κάποιου άντρα για χρήματα, να μη δικαιούται να γίνει ένας από τους εννέα άρχοντες ή ιερέας ή δικηγόρος σε δημόσιες δίκες, ούτε να αναλάβει καμιά αρχή ούτε μέρα στην πόλη, ούτε έξω απ’ αυτήν, ούτε απ’ αυτές που δίνονται με κλήρο, ούτε απ’ αυτές που δίνονται με εκλογή, ούτε να στέλνεται ως κήρυκας, ούτε γνώμη να εκφέρει, ούτε να μετέχει στις δημόσιες θρησκευτικές τελετές, ούτε στις δημόσιες στεφανηφορίες να φοράει στεφάνι, ούτε να περιφέρεται μέσα στο τμήμα της αγοράς που έχει εξαγνιστεί.
Αν δε κάποιος κάτι απ’ τα παραπάνω κάνει, ενώ έχει καταδικαστεί για το έγκλημα του εταιρισμού, να τιμωρείται με την ποινή του θανάτου». (Αισχ. κ. Τιμ. § 2)
Σχετικός με την παραπάνω διάταξη είναι και ο νόμος για τη «δοκιμασία ρητόρων». Σύμφωνα μ’ αυτόν, καθένας που επρόκειτο να αγορεύσει δημόσια ελεγχόταν για την ηθική του υπόσταση. Λέει ο Αισχίνης:   «Απαγορεύεται επίσης, λέει (ο νόμος), να μιλούν στις δημόσιες συνελεύσεις και όσοι για χρήματα είχαν γίνει ερωμένοι ενός ή περισσότερων αντρών.
Γιατί έκρινε ο νομοθέτης ότι εκείνος που πουλά το ίδιο του το σώμα για εξευτελιστική χρήση, εύκολα και τα συμφέροντα της πόλης θα πουλήσει». (Αισχ. κ. Τιμ. § 33)   Καταδικαστέες, σύμφωνα με τον αττικό νόμο, δεν ήταν οι σεξουαλικές σχέσεις αντρών με ενήλικα αγόρια αλλά μόνο αυτές που γίνονταν έναντι χρημάτων. Κακώς υποστήριξαν πολλοί ότι η ομοφυλοφιλία ήταν καταδικαστέα από την αττική νομοθεσία.
Οι σχέσεις των Αθηναίων με τους νέους, συνδεόμενες με τον παιδαγωγικό έρωτα, την αντίληψη για το ωραίο, με το ιδανικό για την ομορφιά και την ύμνησή της ήταν θεσμός κοινωνικά αναγνωρισμένος και νομικά επιτρεπτός. Πίστευαν ότι ενίσχυε τους ίδιους τους θεσμούς της πόλης και γι’ αυτό τον θεωρούσαν ιδιαίτερο προνόμιο των ελευθέρων.

Να τι μας λέει ο Πλούταρχος για τον Σόλωνα:   «Και πως ο Σόλωνας ήταν ανίσχυρος στους όμορφους νέους κι ούτε τη δύναμη είχε ν’ αντισταθεί στον έρωτα «σαν τον πυγμάχο που έχει νικηθεί» (σημ. φράση από Σοφ. Τραχ. 441) αυτό κι από τα ποιήματά του μπορούμε να το καταλάβουμε κι από κάποιο νόμο που θεσμοθέτησε και που απαγορεύει στους δούλους ν’ αλείβουν το σώμα τους με λάδι (σημ. προπαρασκευαστική πράξη για να λάβει κάποιος μέρος στην πάλη) και την παιδεραστία, δείχνοντας έτσι πως τοποθετούσε αυτό το πράγμα ανάμεσα στις ευγενικές και σοβαρές ασχολίες και σάμπως έτσι να παρακινούσε τους άξιους και ν’ απομάκρυνε τους ανάξιους απ’ αυτές». (Πλούτ. Σολ. § 1)   Ο Αισχίνης ακόμα μας λέει: «Λέει πάλι ο νομοθέτης «ο δούλος δεν επιτρέπεται ούτε να γίνει εραστής ελεύθερου παιδιού ούτε να το κυνηγά γι’ αυτόν το σκοπό.

Ο παραβάτης αυτής της διάταξης θα τιμωρείται με 50 μαστιγώσεις δημόσια». Αλλά δεν εμπόδισε τον ελεύθερο να γίνεται εραστής και να κάνει παρέα και να κυνηγά ένα παιδί και δεν νόμισε ότι αυτό μπορεί να προξενήσει βλάβη στο παιδί, απεναντίας μάλιστα αποδεικνύει τη διανοητική του ανάπτυξη». (Αισχ. κ. Τιμ. § 139)

 Οι σεξουαλικές σχέσεις με ανώριμα αγόρια 

Βασικό κριτήριο για το επιτρεπτό ή μη των σχέσεων αντρών με αγόρια ήταν και η ηλικία τους. Μικρά αγόρια ήταν απαγορευμένο να έχουν τέτοιες σχέσεις.
Ο Αισχίνης λέει:   «Επειδή όμως το παιδί δεν μπορεί ακόμα να διακρίνει ποιος είναι αληθινός φίλος του, ο νομοθέτης απευθύνεται στον εραστή και του συνιστά φρόνηση και αναβολή των προτάσεών του μέχρις ότου το παιδί φτάσει σε ηλικία να λογικεύεται». (Αισχ. κ. Τιμ. § 140)

Σχετικός ήταν και ο παρακάτω παλιός νόμος, που επιχειρούσε να προστατεύσει τα ανώριμα ακόμα αγόρια: «Οι δάσκαλοι να μην ανοίγουν τα σχολεία πριν ανατείλει ο ήλιος και να τα κλείνουν πριν απ’ τη δύση του. Δεν επιτρέπεται σ’ αυτούς που έχουν περάσει την παιδική ηλικία να μπαίνουν στα σχολεία όταν βρίσκονται μέσα παιδιά, έκτος αν πρόκειται για τον γιο, τον αδελφό ή τον γαμπρό του δασκάλου.
Αν δε κάποιος, παραβαίνοντας αυτήν τη διάταξη, μπει μέσα, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου. Και οι γυμναστές οφείλουν στις γιορτές του Ερμή (σημ. που είχαν συνήθως ερωτικό περιεχόμενο) να μην αφήνουν να κάθεται μαζί με τα παιδιά κανένας ενήλικας για κανένα λόγο.
Ο γυμναστής δε που θα επιτρέψει σε κάποιον να μπει και δεν θα τον εκδιώξει απ’ το γυμνάσιο, να κηρύσσεται ένοχος για την παραβίαση του νόμου για τη διαφθορά των ελεύθερων παιδιών. Αυτοί δε που ορίζονται από τον δήμο ως χορηγοί πρέπει να είναι πάνω από 40 χρονών». (Αισχ. κ. Τιμ. § 12)

ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ. Λεπτομέρεια από τοιχογραφία ελληνικού τάφου στη Ποσειδωνία  (Peastum) της Νότιας Ιταλίας, 475 π.Χ. -Η Ποσειδωνία ήταν αρχαία ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας στην περιοχή της Καμπανίας. Βρισκόταν 85 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Νάπολης στην σημερινή επαρχία του Σαλέρνο, κοντά στις ακτές της Τυρρηνικής θάλασσας. Το λατινικό όνομα της πόλης ήταν Πέστουμ (Paestum).

Έκδοση παιδιών από τους συγγενείς τους 

Ως ιδιαίτερο έγκλημα (ξεχωριστό απ’ αυτό της προαγωγείας) αντιμετωπιζόταν από τον ατπκό νόμο η παράδοση έναντι χρημάτων παιδιού από τους συγγενείς του σε άλλο άτομο για τη σύναψη σεξουαλικών σχέσεων. Ο ένοχος αυτού του αδικήματος διωκόταν με τη «γραφή μισθώσεως εταιρήσεως». Αναφέρει σχετικά ο Αισχίνης:   «Κατηγορηματικά, λοιπόν, ο νόμος ορίζει ότι αν ο πατέρας, ο μεγαλύτερος αδελφός, ο θείος ή ο επίτροπος ή άλλοι που έχουν εξουσία σε ελεύθερο παιδί το παραδώσουν έναντι χρημάτων για εταιρισμό δεν επιτρέπεται να καταδιωχτεί το παιδί αλλά αυτοί που έκαναν για χρήματα αυτήν τη συμφωνία.
Ο ένας, γιατί το έδωσε, ο άλλος, γιατί το πήρε στην υπηρεσία του. Όρισε δε την ίδια ποινή και για τους δύο. Ακόμα, το παιδί που μ’ αυτό τον τρόπο εκμισθωνόταν το απάλλασσε, μετά την ενηλικίωσή του, από την υποχρέωση διατροφής και στέγασης του πατέρα του.
Διατήρησε δε μόνο την υποχρέωση να τον κηδεύει και ν’ απονέμει τις άλλες μεταθανάτιες τιμές».   Και συνεχίζει: «Σκεφθείτε, Αθηναίοι, πόσο σοφή είναι αυτή ή διάταξη. Εκείνον που στέρησε από το παιδί το δικαίωμα να αγορεύει δημόσια (σημ. σύμφωνα με τον νόμο της «δοκιμασίας ρητόρων») του αποστέρησε όσο ζει κάθε ωφέλεια που του δίνει η ιδιότητα του πατέρα». (Αισχ. κ. Τιμ. § 13)

 Προαγωγεία 

Ο Πλάτωνας ορίζει την προαγωγεία ως «άδικόν τε και άτεχνον συναγωγήν ανδρός και γυναικός». Δράστης του εγκλήματος αυτού μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε, τόσο άντρας όσο και γυναίκα. Θύμα δε μπορούσε να είναι, σύμφωνα με τον νόμο, γυναίκα ή ελεύθερο αγόρι.
Έπρεπε όμως, μέχρι τη στιγμή της διαπράξεως του αδικήματος, να είναι αμέμπτων ηθών, γιατί δεν ήταν δυνατή η άσκηση της προαγωγείας σε βάρος προσώπου που ήδη εκπορνευόταν. Σύμφωνα με τη σολώνεια νομοθεσία, ίσχυαν τα παρακάτω, όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος.   «Και αν γίνει (κάποιος) προαγωγός όριζε ο Σόλωνας πρόστιμο 20 δραχμές, έκτος αν πρόκειται για γυναίκα από κείνες που παραδίνονται φανερά σ’ όποιον τις πληρώσει.
Κι ακόμα ούτε τις θυγατέρες του έπρεπε να πουλάει κανείς ούτε τις αδελφές να δίνει, εκτός αν πιάσει άγαμο κορίτσι να έχει παραδοθεί σε άντρα». (Πλ. Σολ. 23)   Τον 4ο αι., όμως, η ποινή φαίνεται να άλλαξε και να έγινε ιδιαίτερα αυστηρή. Να τι λέει σχετικά ο Αισχίνης: «Ορίζει (η νομοθεσία) ότι πρέπει να καταγγέλλονται οι προαγωγοί, γυναίκες ή άντρες, και όσοι απ’ αυτούς κηρύσσονται ένοχοι να καταδικάζονται σε θάνατο, γιατί, ενώ εκείνοι που ήθελαν να αμαρτήσουν διστάζουν και ντρέπονται να το προτείνουν στους άλλους, οι προαγωγοί την αδιαντροπιά τους την κάνουν επιχείρηση και, αντί αμοιβής, μεσολαβούν και τους φέρνουν σ’ επαφή». (Αισχ. κ. Τιμ. § 184)

ΟΡΧΗΣΙΣ. Ένας νεαρός παίζει τον αυλό για ένα συμποσιαστή: αττικός ερυθρόμορφος κύλιξ, περ. 460-450 π.Χ.

Η αιμομιξία 

Η αιμομιξία γενικά δεν απαγορευόταν στην Αθήνα από κάποιο συγκεκριμένο νόμο, μα οι σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε ανιόντες και κατιόντες ήταν κοινωνικά καταδικαστέες, θεωρούνταν πράξεις βδελυρές και ανόσιες, που προκαλούσαν τη θεϊκή τιμωρία, όπως π.χ. βλέπουμε στον «Οιδίποδα» του Σοφοκλή.   Απ’ τον Ισαίο μαθαίνουμε ότι την εποχή του ο γάμος ανάμεσα σε ανιόντες και κατιόντες απαγορευόταν. Ίσως σε παλιότερες εποχές απαγορευόταν και ο γάμος ανάμεσα σε αδελφούς και αδελφές, σε μεταγενέστερους όμως χρόνους οι γάμοι αυτοί ήταν ανεκτοί, αν οι σύζυγοι ήταν από άλλη μητέρα.
Έχουμε δε μερικά παραδείγματα τέτοιων γάμων. Όπως π.χ. μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, μια κόρη του Θεμιστοκλή, η Μνησιπτολέμη, που γεννήθηκε απ’ τον δεύτερο γάμο του, παντρεύτηκε τον αδελφό της Αρχέτττολη ή, όπως μας λέει ο Δημοσθένης, ο παππούς του είχε παντρευτεί την αδελφή του, πού είχε γεννηθεί από άλλη μητέρα.   Με εξαίρεση αυτούς τους κανόνες, η ενδογαμία δεν ήταν άγνωστη στην Αθήνα.
Ένας Αθηναίος δηλώνει σ’ έναν λόγο του ότι προτίμησε να παντρέψει την κόρη του μ’ έναν ανιψιό του παρά μ’ έναν ξένο, για να δυναμώσει τους οικογενειακούς δεσμούς.   Όχι σπάνια, παντρεύονταν πρώτα ξαδέλφια ή ο θείος παντρευόταν την ανιψιά του. Ο ίδιος ο Περικλής ήταν παντρεμένος με μια συγγένισσά του και είχε μαζί της δυο γιους.
Για να μείνει η προίκα στην οικογένεια, ο αττικός νόμος όριζε ότι η επίκληρος κόρη, δηλαδή η κοπέλα που κληρονομούσε τον πατέρα της, επειδή δεν υπήρχε άντρας κληρονόμος του, ήταν υποχρεωμένη να παντρευτεί τον στενότερο συγγενή της.
Ειδικά όμως για τις σχέσεις της επικλήρου κόρης ο Πλούταρχος μας δίνει την παρακάτω ενδιαφέρουσα πληροφορία:   «Παράλογος όμως και γελοίος φαίνεται ο νόμος που επιτρέπει στην επίκληρο, σε περίπτωση που ο σύζυγός της και νόμιμος εξουσιαστής της δεν είναι ικανός στα συζυγικά καθήκοντα, να παραδίνεται σ’ έναν από τους κοντινούς συγγενείς του άντρα της, σε όποιον προτιμά.
Και αυτό κρίνουν μερικοί ότι ορθώς νομοθετήθηκε για εκείνους που είναι ανίκανοι σωματικά και όμως παντρεύονται ορφανά πλουσιοκόριτσα για τα χρήματά τους, παραβιάζοντας έτσι τη φύση με τη βοήθεια του νόμου.   Βλέποντας όμως τη γυναίκα τους να πηγαίνει με όποιον της αρέσει ή θα διαλύσουν τον γάμο ή θα τον διατηρήσουν με ντροπή τους, τιμωρούμενοι έτσι για τη φιλοχρηματία τους και την κακοήθειά τους.
Επίσης, σωστό είναι και το ότι δεν επιτρεπόταν στην επίκληρο να πιάσει σχέσεις μ’ όποιον-όποιον, αλλά μόνο με τους συγγενείς του άντρα της, για να βαστά το παιδί από το ίδιο αίμα και από την ίδια γενιά». (Πλ. Σολ. § 20)

 Αττικός κύλικας, περίπου 480 π.Χ., Μουσείο J. Paul Getty, Λος Άντζελες 

  Ο στόχος της νομοθεσίας 

Είπαμε στην αρχή ότι η αττική νομοθεσία προστάτευε με τις διατάξεις της για τη γενετήσια ζωή ορισμένα αγαθά, όπως π.χ. η ελευθερία στη σεξουαλική ζωή, η αγνότητα ορισμένων σχέσεων.   Όμως, μελετώντας συνολικά τους νόμους αυτούς αλλά και τους σχετικούς λόγους των ρητόρων, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως ο σκοπός αυτής της νομοθεσίας δεν ήταν μόνο η προστασία μερικών επιμέρους αγαθών των πολιτών.

Η φράση του Αισχίνη: «Ο νομοθέτης έκρινε ότι όποιος πουλάει το ίδιο του το σώμα θα πουλήσει και τα συμφέροντα της πόλης», όπως και ο ίδιος ο νόμος του εταιρισμού, μας δείχνουν μια άλλη, ευρύτερη κατεύθυνση.   Πέρα από το άτομο και πάνω απ’ τους πολίτες ήταν για τους Αθηναίους η πόλη και οι θεσμοί της. Η προσωπική ζωή και ευτυχία των πολιτών δεν μπορούσε να νοηθεί παρά μόνο μέσα από την ύπαρξη και την ομαλή λειτουργία της πόλης. Αυτήν προσπαθούσε να προστατεύσει και η συγκεκριμένη νομοθεσία.

Οι αντιλήψεις των πολιτών για τον έρωτα, η σεξουαλική τους δραστηριότητα, τα «αμαρτήματά» τους, ενδιέφεραν συνολικά την πόλη. Ο Πλάτωνας στους «Νόμους» του μας λέει ότι ο νομοθέτης πρέπει: «Όλες τις μεταξύ των πολιτών συναναστροφές να επιβλέπει άγρυπνα και να παρακολουθεί από κοντά τις λύπες και τις ηδονές και τις επιθυμίες και τους ενθουσιασμούς όλων των ερώτων τους, να τα ψέγει δε αυτά ή να τα επαινεί με τους νόμους». (Νομ. I, Ε 632)
Και αυτό γιατί οι πολίτες έπρεπε να είναι προικισμένοι σ’ όλα τα επίπεδα, και φυσικά στον έρωτα, με τέτοιες αρετές που να τους κάνουν ικανούς να μην κηλιδώσουν, αλλά αντίθετα να προστατέψουν αποφασιστικά «τους θεούς που οι ίδιοι έφτιαξαν», την πόλη και τους θεσμούς της.

Έχουμε, βέβαια, αρκετά στοιχεία που μας δείχνουν ότι η νομοθεσία για τα ήθη στην καθημερινή ζωή και κυρίως σε περιόδους παρακμής παραβιαζόταν, χωρίς πάντοτε το κράτος και οι πολίτες να φροντίζουν για την πιστή τήρηση και εφαρμογή των νόμων. Όμως αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα που ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτού του άρθρου.   __________

  • Ο Στέλιος Ξηρουχάκης είναι νομικός – ερευνητής της ιστορίας του ελληνικού δικαίου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αρχαιολογία τον Φεβρουάριο του 1984.

Πηγή: http://www.lifo.gr

https://ellinondiktyo.blogspot.com/2018/09/blog-post_13.html#more

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.