Η ΔΟΥΛΕΊΑ – ΜΙΑ ΣΎΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΑΝΑΔΡΟΜΉ

Η δουλεία ήταν σ’ όλες τις κοινωνίες της Αρχαιότητας αναγνωρισμένο και αποδεκτό καθεστώς. Οι δούλοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα, όπως να διαθέτουν περιουσία, να δημιουργήσουν οικογένεια, να συνάπτουν δικαιοπραξίες κτλ.,

θεωρούνταν περίπου «ομιλούντα εργαλεία» και είχαν κατά κανόνα μικρότερη αξία από κατοικίδια ζώα. Στην κατάσταση του δούλου περιέπιπτε κάποιος ως σκλάβος κατόπιν αιχμαλωσίας σε πόλεμο, αρπαγής σε επιδρομές ή πειρατείες, πώλησης από τους γονείς ή άλλους συγγενείς, καταδίκης λόγω σοβαρών εγκλημάτων, αδυναμίας αποπληρωμής χρεών, αλλά και ως απόγονος δούλων γονέων.

Στη Μεσοποταμία, τις Ινδίες και την Κίνα χρησιμοποιούνταν δούλοι σε οικιακές και σε παραγωγικές εργασίες, στους αγρούς και τις οικοδομές, αλλά και στο στρατό. Στην Ασσυρία και τη Βαβυλωνία η δουλεία ήταν πολύ σκληρή και οι δούλοι προέρχονταν γενικά από τους αιχμαλώτους πολέμου. Αντίθετα, ο Κύρος Β’ της Περσίας (580-529 π.Χ.) προώθησε την επανεγκατάσταση σκλάβων στον τόπο τους, επέτρεψε τη λατρεία των πατρώων θεών και την ανοικοδόμηση των πόλεών τους. Έτσι επέστρεψαν οι Ιουδαίοι στα εδάφη τους από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας. Οι Φοίνικες, όπως πληροφορούμαστε από την ιστορία της απαγωγής του Εύμαιου στην Οδύσσεια, ήταν διάσημοι πειρατές που αιχμαλώτιζαν ανθρώπους και τους πουλούσαν σε σκλαβοπάζαρα της εποχής.

Στην αρχαία Αίγυπτο χρησιμοποιήθηκαν πολλές χιλιάδες σκλάβοι από πολεμικές αιχμαλωσίες στα λατομεία, στα μεταλλεία, στα βασιλικά κτήματα και για την κατασκευή των εντυπωσιακών ανακτόρων και των πυραμίδων των Φαραώ. Οι Ισραηλίτες είχαν επίσης δούλους, ήταν όμως υποχρεωμένοι να ελευθερώσουν μετά από ορισμένο χρόνο τους ομόθρησκους εξ αυτών (7-15 χρόνια). Στην Παλαιά Διαθήκη, «Έξοδος» (Κεφ. 21), αναφέρεται σαφώς ότι ο δούλος μπορεί να δαρθεί ανηλεώς αρκεί να μην πεθάνει και στερηθεί των υπηρεσιών του ο αφέντης του, καθώς επίσης ότι ο αφέντης μπορεί να πουλήσει την κόρη του ως δούλη. Στη «Γένεση» (16) και το «Λεβιτικό» (Κεφ. 19) συζητιέται ανενδοίαστα η σεξουαλική αξιοποίηση των δούλων, καθώς επίσης (Κεφ. 25) η αγορά δούλων από γειτονικά κράτη. Υπήρχε επίσης η κατηγορία των μισθωτών υπηρετών που είχαν ανώτερη κοινωνική θέση από τους δούλους. Σ’ αυτούς περιλαμβανόταν η ειδική τάξη των ξένων υπηρετών που μερικές φορές γίνονταν δεκτοί, αν και όχι με πλήρη δικαιώματα, στις εβραϊκές φυλές.

  Ελληνορωμαϊκός κόσμος

Picture

 Ο Ηρόδοτος (6,137) αναφέρει πως η δουλεία ήταν παλαιότερα άγνωστη στις ελληνικές πόλεις, αλλά διαδόθηκε σταδιακά στην Ελλάδα και υπήρξε μάλιστα περίοδος που οι Έλληνες μεταχειρίζονταν με βαρβαρότητα τους δούλους τους. Στα ομηρικά έπη εμφανίζονται δούλοι, αιχμάλωτοι πολέμου ή αγορασμένοι από πειρατές, μαζί με τα παιδιά τους, ως πιστοί σύμμαχοι του κυρίου τους, που τους μεταχειρίζεται με γενναιοφροσύνη μέσα στην πατριαρχική του οικογένεια. Και δεν φαίνεται να ήταν πολλοί, αν και στην τέταρτη ραψωδία της Ιλιάδας γίνεται ήδη λόγος για μικρούς τεχνίτες ανάμεσα στην οικογένεια και για μερικές υφάντριες που τις διευθύνει μια επιστάτρια.

Κατά τον 7o και 6o αιώνα, ο αριθμός των δούλων μεγάλωνε σταδιακά, πρώτα στις μικρασιατικές ελληνικές πόλεις, όπως επίσης στη Χίο και στη Μίλητο (όπου ο Ιππώναξ μιλά για Φρύγες δούλους) και ύστερα στην ηπειρωτική Ελλάδα, ιδίως στην Κόρινθο και στην Αθήνα. Κατά τον 7oαιώνα μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο του ελληνόφωνου χώρου ήταν η Χίος, αργότερα αναφέρεται ότι στη Δήλο πουλούσαν περί τους 1.000 δούλους ημερησίως.

Κάπου περιγράφεται επίσης ότι ο Κλεισθένης ο Αθηναίος απένειμε την ιδιότητα του πολίτη σε μερικούς πρώην δούλους. Σίγουρα, ο θεσμός της δουλείας είχε κατά καιρούς στην Ελλάδα διαφορετική αντιμετώπιση. Τελικά απαγορεύτηκε η υποδούλωση για χρέη και πρώτο δείγμα σ’ αυτή την κατεύθυνση έδωσε στην Αθήνα η νομοθεσία του Σόλωνα. Διάφοροι Έλληνες διανοητές ασχολήθηκαν με το θέμα της δουλείας αλλά δεν διαφωνούσαν με την ύπαρξη του θεσμού.

Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ο Ξενοφών συμβούλευαν τους κυρίους να συμπεριφέρονται καλά στους δούλους, προς όφελος των δουλοκτητών! Ο Πλάτων αναφέρει πώς θα εκφυλιστεί η κοινωνία, αν κυριαρχήσει η δημοκρατία: «Οι δούλες και οι δούλοι θα απολαμβάνουν την ελευθερία των αφεντικών … τα ζώα, συνηθισμένα να κυκλοφορούν ελεύθερα στους δρόμους, θα πέφτουν επάνω σε όσους συναντούν» (Πολιτικός). Στο ίδιο πνεύμα μιλούσε ο Αριστοτέλης για το «φύσει άρχον» και το «φύσει αρχόμενον»: Το «φύσει άρχον» έχει την ικανότητα να καταστρώνει με τη διάνοια σχέδια για την αντιμετώπιση των αναγκών – «το δυνάμενον τη διανοία προοράν». Tο «φύσει αρχόμενον» διαθέτει την ικανότητα να πραγματώνει με τις σωματικές του δυνάμεις αυτούς τους σχεδιασμούς – «το δε δυνάμενον τω σώματι ταύτα ποιείν» (Πολιτικά, 1251α).

O Αριστοτέλης υποστήριζε ακόμα ότι υπάρχουν άνθρωποι από φυσικού τους ελεύθεροι και άλλοι από φυσικού τους δούλοι – «ότι μεν τοίνυν εισί φυσείν τινές οι μεν ελεύθεροι οι δε δούλοι». Και χαρακτηρίζει «συμφέρον» και «δίκαιον» την ιδιότητα του δούλου – «συμφέρει το δουλεύειν και δίκαιον είναι» (Πολιτικά, 1255α). Σε άλλο σημείο παρατηρεί ότι υπάρχουν άνθρωποι προορισμένοι εκ γενετής να ζουν υποταγμένοι – «πεφυκότες άρχεσθαι». Από τη μία μεριά λοιπόν οι προορισμένοι από τη φύση τους να άρχουν και από την άλλη οι από τη φύση τους υπόδουλοι – «το δε αρχόμενον και φύσει δούλον». Ο Πλούταρχος μάλιστα αποδίδει στον Αριστοτέλη τη συμβουλή προς τον Αλέξανδρο να μεταχειρίζεται τυραννικά τους «βαρβάρους» ως…ζώα και φυτά («τοις δε βαρβάροις δεσποτικώς χρώμενος … ως ζώοις και φυτοίς», «Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής», 329 Β).

Σε άλλα σημεία των κειμένων γίνεται πρόταση να επιβραβεύουν οι δουλοκτήτες με απελευθέρωση, μετά από κάποιο εύλογο χρόνο, τους υπάκουους και εργατικούς δούλους, προφανώς για ενίσχυση του ηθικού των υπολοίπων. Περί το 475 π.Χ. ανέλαβαν δούλοι στην Αθήνα αστυνομικά καθήκοντα, συγκροτώντας μια ομάδα από περίπου 300 τοξότες.

Το 550 π.Χ. κατασκευάστηκε στη Σάμο το «Ευπαλίνειο Υδραγωγείο», ένα όρυγμα άνω των χιλίων μέτρων που διαπερνά το βουνό Κάστρο στο σημερινό Πυθαγόρειο. Για την κατασκευή του ορύγματος που κράτησε περί τα 10 έτη, εργάσθηκαν Λέσβιοι σκλάβοι που είχαν συλληφθεί ως αιχμάλωτοι πολέμου. Εξετάζοντας σήμερα ο επισκέπτης αυτό το σημαντικό τεχνικό έργο της αρχαιότητας, μπορεί να συμπεράνει ότι μάλλον ελάχιστοι από τους σκλάβους που εργάστηκαν για την κατασκευή του υδραγωγείου θα επέζησαν.

Οι δούλοι στις ελληνικές πόλεις χωρίζονταν σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με το επάγγελμά τους και τη σχέση τους με τον εργοδότη (π.χ συγκατοίκηση ή όχι με τον κύριό τους) και ανάλογα με την εργασία που εκτελούσαν. Υπήρχαν π.χ.

  • οι οικιακοί δούλοι (οικέτες, δηλαδή οι της οικίας, οι υπηρέτες), οι οποίοι δούλευαν σε χωράφια και εργαστήρια, 

  • οι χωρίς οικούντες, δηλαδή που δεν συγκατοικούσαν με τον κύριό τους, αλλά εργάζονταν σε κάποιο κατάστημά του και του κατέβαλαν κάποιο ποσό, 

  • τα ανδράποδα μισθοφορούντα  που ήταν κωπηλάτες σε στόλο ή εργάτες σε μεταλλεία και συχνά ανήκαν σε κάποιο αφεντικό που τους είχε νοικιάσει σε τρίτο πρόσωπο και 

  • οι δημόσιοι δούλοι, κάτι σαν δημοτικοί υπάλληλοι, οι οποίοι εργάζονταν ως αστυνομικοί, κλητήρες, γραμματείς, οδοκαθαριστές κλπ.

Στο Λαύριο οι δούλοι ανέρχονταν σε 15.000 τον 5o αιώνα. και σε 10.000 τον 4o αιώνα. Οι απελευθερώσεις δούλων στα μεταλλεία ήταν λίγες και κυρίως για να χρησιμοποιηθούν οι απελευθερωμένοι ως επιστάτες των εξορύξεων, λόγω της υψηλής εξειδίκευσης που είχαν αποκτήσει. Η εργασία στα μεταλλεία γινόταν σίγουρα κάτω από πολύ σκληρές ως απάνθρωπες συνθήκες και γι’ αυτό υπήρξαν πολλές εξεγέρσεις των εργατών-δούλων. Η εξέγερση το 413 π.Χ. κατά την διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου είχε ως αποτέλεσμα την παύση της λειτουργίας των μεταλλείων, με σημαντικές οικονομικές και στρατιωτικές επιπτώσεις. 

Στη Σπάρτη δούλοι ήταν οι Είλωτες, απόγονοι παλαιών κατοίκων της χώρας, η οποία κατακτήθηκε από τους νέους κυρίους. Επρόκειτο δηλαδή για σχέση υπόδουλων προς κατακτητές. Λόγω του σημαντικά μεγαλύτερου αριθμού των Ειλώτων από αυτόν των πολιτών και εξ αιτίας του φόβου εξεγέρσεων, η σπαρτιατική εξουσία τούς αντιμετώπιζε βίαια. Αναφέρεται δε ότι ήταν έθιμο να σφραγίζεται το πέρασμα του έφηβου πολίτη στην ανδρική ηλικία με το φόνο ενός ή περισσότερων Ειλώτων. Ανάλογες περιπτώσεις με τους Είλωτες ήταν οι Πενέστες στη Θεσσαλία, οι Μινωίτες στην Κρήτη και αλλού.

Picture

Μεταφορά δούλων από Αφρική (Πάτημα με το ποντίκι εμφανίζει μεγαλύτερη εικόνα)

Στη Ρώμη η δουλοκτησία πήρε σταδιακά διαφορετική μορφή από εκείνη στην Ελλάδα. Κάθε ρωμαϊκή οικογένεια είχε τουλάχιστον ένα δούλο στις υπηρεσίες της, πλούσιες οικογένειες είχαν συνήθως μερικές εκατοντάδες. Οι ενασχολήσεις των Ρωμαίων της ηγετικής τάξης με τις πολιτικές και στρατιωτικές υποθέσεις, οδήγησε στην ανάγκη απασχόλησης τεράστιου αριθμού δούλων, οι οποίοι τοποθετούνταν για εργασία και άλλες υπηρεσίες και εντάσσονταν σε ιεραρχικές δομές. Υπήρχαν επιστάτες, επόπτες, βοηθοί, υπεύθυνοι τομέων ή περιοχών, απλοί εργάτες κλπ., όλοι δούλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά. 

Οι δούλοι της Ρώμης και των υπολοίπων πόλεων προέρχονταν κατά δεκάδες χιλιάδες από όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, Βρετανία, Ελλάδα, Αίγυπτο, Λιβύη, Συρία, Ιβηρική, Γαλατία, αλλά και από άλλες χώρες της Αφρικής και της Ασίας, από τις οποίες τους μετέφεραν δουλέμποροι και τους προσέφεραν προς πώληση. Στα σκλαβοπάζαρα της Ρώμης υπήρχε μεγάλη προσφορά ανθρώπων κάθε φυλής και για όλες τις δουλειές, από βαριές χειρονακτικές, μέχρι καλλιτεχνικές, για μουσικές εκτελέσεις και πνευματικές, για μετάφραση φιλοσοφικών κειμένων. Μορφωμένοι δούλοι εκπροσωπούσαν τους συχνά αναλφάβητους κυρίους τους σε διαπραγματεύσεις για εμπορικές δοσοληψίες κλπ. Πολύ σύνηθες ήταν επίσης να συνάπτουν ερωτικές σχέσεις κύριοι και κυρίες με δούλους και δούλες. Στη ρωμαϊκή και στη μεταγενέστερη ιστορία αναφέρονται συχνά απόγονοι, των οποίων ένας γονέας ήταν δούλος. Μερικοί από αυτούς αναγνωρίζονταν ως νόμιμα παιδιά, συνήθως όμως παραδίδονταν προς πώληση σε δουλεμπόρους. Οι κυρίες της ρωμαϊκής κοινωνίας είχαν κατά κύριο λόγο δούλες για την προσωπική περιποίησή τους, την καθαριότητα, το μαγείρεμα κλπ. 

Για τους δούλους της Ρώμης προβλέπονταν ειδικά ενδύματα, τα οποία τους διαφοροποιούσαν από τους υπόλοιπους πολίτες και δυσκόλευαν τη διαφυγή τους. Οι περισσότεροι από αυτούς παρέμεναν διαρκώς αλυσοδεμένοι, είτε εργάζονταν στους αγρούς, είτε διανυκτέρευαν σε υπόγεια και παράγκες. Η συμπεριφορά της εξουσίας και των κυρίων προς τους δούλους ήταν συνηθέστατα εξευτελιστική. Ο Ρωμαίος κύριος είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου για κάθε δούλο που βρισκόταν στις υπηρεσίες του. Για επουσιώδη παραπτώματα επιβάλλονταν ποινές ραβδισμού, μαστιγώματος, πρόκλησης εγκαυμάτων με πυρακτωμένα εργαλεία κ.ά. 

Για «βαρύτερα» παραπτώματα, όπως τα αντιλαμβάνονταν οι κύριοί τους, οι δούλοι εκτελούνταν με πνιγμό, έκθεση τους σε άγρια θηρία στον ιππόδρομο και με σταύρωση. Κατά μήκος της οδού μεταξύ Καπούας και Ρώμης σταύρωναν παγγελματίες δήμιοι εκατοντάδες «απείθαρχους» δούλους. Στις ρωμαϊκές λεγεώνες υπηρετούσαν μόνο πολίτες.  όταν όμως κάποια εποχή, επί Τραϊανού, ανακαλύφθηκε ότι είχαν ενταχθεί και δούλοι στο σώμα, ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή, όχι να απολυθούν και να επανέλθουν αυτοί σε αγροτικές και άλλες εργασίες, αλλά να θανατωθούν.

Μεσαίωνας


Με τη σταδιακή διάδοση του χριστιανισμού στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, άρχισε να δημιουργείται ελπίδα για βελτίωση της ζωής των δούλων, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να προσχωρήσουν στη νέα θρησκεία. Η δουλεία δεν καταδικάστηκε όμως ποτέ ως θεσμός από τους αποστόλους και τους πατέρες της εκκλησίας. Ήδη ο Παύλος γράφει σε επιστολές του:

  • «Οι δούλοι να υπακούετε στους κατά σάρκα κυρίους μετά φόβου και τρόμου με την απλότητα της καρδιάς σας, σαν να υπακούετε στον Χριστό, όχι για τα μάτια, σαν να θέλετε να αρέσετε στους ανθρώπους, αλλά ως δούλοι, κάνοντας το θέλημα του Θεού με την ψυχή σας» (προς Εφεσίους 6/5,6). 

  • «Όσοι είναι δούλοι κάτω από το ζυγό, τους δεσπότες τους να θεωρούν άξιους κάθε τιμής για να μην βλασφημείται η διδασκαλία και το όνομα του Θεού. Αυτοί δε που έχουν πιστούς (δηλ. χριστιανούς) δεσπότες να μην τους καταφρονούν, διότι είναι αδελφοί, αλλά περισσότερο να δουλεύουν, διότι είναι πιστοί και αγαπητοί αυτοί που αντιλαμβάνονται την ευεργεσία». (προς Τιμόθεον Α 6/1,2). 

  • «Οι δούλοι να υποτάσσονται στους δεσπότες τους, να είναι ευάρεστοι, να μην αντιλέγουν, να μην τους εγκαταλείπουν, αλλά πίστη να δείχνουν αγαθή για να κοσμούν έτσι την διδασκαλία του σωτήρος ημών Θεού» (προς Τίτον 2/9,10). 

  • «Οι δούλοι της οικίας να υποτάσσονται με κάθε φόβο στους δεσπότες τους, όχι μόνο στους καλούς κι επιεικείς, αλλά και στους διεστραμμένους» (προς Πέτρο Α 2/18)

Στη δε επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους (Α’ Κορινθ., ζ’, 21-24) εκπέμπεται μήνυμα μοιρολατρίας και αναμονής της άλλης ζωής:

«21 Ήσουν δούλος όταν προσκλήθηκες; Μη σε στενοχωρεί αυτό. Αλλά κι αν έχεις τη δυνατότητα ν’ αποκτήσεις την ελευθερία σου, προτίμησε να επιλέξεις εκείνο που είναι χρησιμότερο.
22 Γιατί εκείνος που ήταν δούλος, όταν προσκλήθηκε από το Θεό, και τώρα ανήκει στον Κύριο, έχει απελευθερωθεί από τον Κύριο. Παρόμοια, κι εκείνος που ήταν ελεύθερος, όταν προσκλήθηκε, τώρα πια είναι δούλος του Xριστού.
23 Πληρώθηκε ακριβά η εξαγορά σας. Μην υποδουλώνεστε σε ανθρώπους.
24 Αδελφοί, ο καθένας στη θέση που βρισκόταν, όταν προσκλήθηκε από το Θεό, σ’ αυτήν ας μένει κοντά στο Θεό.»
Αλλά και σε άλλα βιβλικά κείμενα επιτάσσεται η υπακοή των δούλων στους κυρίους τους, π.χ. αναφέρεται στην Α’ επιστολή του αποστόλου Πέτρου (Α,β,18): «εν παντί φόβω τοις δεσπόταις ου μόνον τοις αγαθοίς και επιεικέσιν, αλλά και τοις σκολιοίς» (να υποτάσσονται στους κυρίους τους, όχι μόνο τους καλούς, αλλά και τους αυστηρούς). Έκαναν προφανώς δια των γραφών εξυπηρέτηση στους εκμεταλλευτές δούλων.

Η χριστιανική ιστοριογραφία ισχυρίζεται ότι ο αυτοκράτορας Κων/νος (Constantinus Flavius Valerius Aurelius, 272-337) χαλάρωσε την καταπίεση των δούλων, συνεχίζοντας μια φιλελευθεροποίηση που είχε αρχίσει στα αυτοκρατορικά χρόνια της Ρώμης (Αδριανός). Τα γεγονότα δείχνουν όμως ότι η νομοθεσία του Κων/νου διατήρησε τη δουλεία και προέβλεπε αυστηρές ποινές για όσους διέφευγαν και αναζητούσαν την ελευθερία τους, ενώ παράλληλα ελάφρυνε τη θέση των αφεντικών που σκότωναν δούλους: 

  • Ενώ η νομοθεσία του Διοκλητιανού απαγόρευε σε γονείς να πουλάνε δούλους τα παιδιά τους, ο Κων/νος το επέτρεπε,

  • Το δούλο που δραπέτευε και κατέφευγε στους «βαρβάρους» τον περίμενε, εφόσον συλλαμβανόταν πάλι, καταρχάς η θανατική ποινή, αλλά αν είχε σοβαρές δικαιολογίες για την πράξη του, καταδικαζόταν σε ακρωτηριασμό ενός ποδιού ή σε ισόβια κάτεργα στα μεταλλεία, 

  • Ο δούλος που κατήγγειλε τον κύριό του για παραπτώματα (με εξαίρεση την εσχάτη προδοσίακαι τη φοροδιαφυγή) καταδικαζόταν σε θάνατο χωρίς δίκη και εξέταση μαρτύρων.

  • Σε διάταγμα του έτους 319 προς το διοικητή της Ρώμης Βάσσο γράφει ο Κων/νος: «Ο Αυτοκράτορας Αύγουστος προς Βάσσο: Αν ένας αφέντης τιμωρήσει το δούλο του με ράβδο και λουρί ή τον έδεσε για να μην διαφύγει, δεν έχει να φοβηθεί ότι διέπραξε κάποιο έγκλημα, ακόμα κι αν πεθάνει (ο δούλος) …»

  • Σε ένα επόμενο διάταγμα του έτους 326 γράφει ο Κων/νος: «Ο Αυτοκράτορας Αύγουστος προς Μαξιμιλιανό Μακρόβιο: Σε κάθε περίπτωση που οι δούλοι πεθάνουν από κτυπήματα του κυρίου τους, δεν είναι ένοχοι (οι κύριοι) γιατί είχαν καλό σκοπό και ήθελαν να νουθετήσουν το δούλο … Αν λοιπόν ο δούλος πέθανε από τα χτυπήματα, επειδή έτσι το έφερε η μοίρα και η ανάγκη, οι αφέντες δεν πρέπει να φοβούνται ότι θα υποστούν ελέγχους εκ μέρους του κράτους.»

Η τοπική σύνοδος του 362 στη Γάγγρας στην Παφλαγονία, στην οποία πήραν μέρος οι πατέρες της εκκλησίας Ευσέβιος, Αιλιανός κ.ά. αναθεμάτισε με τον τρίτο κανόνα όλους εκείνους που προέτρεπαν δούλους να μην υπακούν στα αφεντικά τους και να δραπετεύσουν. Προφανώς θα υπήρχε κύμα ανυπακοής και διαφυγών, το οποίο οι «πατέρες» προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν με «πνευματικές ποινές» («εί τις δούλον, προφάσει θεοσεβείας, διδάσκοι καταφρονείν δεσπότου και αναχωρείν της υπηρεσίας και μη μετ’ ευνοίας και πάσης τιμής τώι εαυτού δεσπότηι εξυπηρετείσθαι, ανάθεμα έστω». ).

Έτσι, με την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας και τη συμμαχία (συναλληλία) του χριστιανικού ιερατείου με την εξουσία, μετατίθεται οριστικά η απελευθέρωση των δούλων στη μετά θάνατον ζωή, αφού η επίγεια ζωή ήταν μόνο μια ευκαιρία για δοκιμασία της πίστης. Σταδιακά απέκτησαν λοιπόν δούλους και οι επίσκοποι, οι εκκλησιαστικές υπηρεσίες και τα μοναστήρια. Ομολογημένη δικαιολογία για την απόκτηση και τη διατήρηση δούλων και δουλοπάροικων από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό ήταν η ανάγκη καλλιέργειας των τεράστιων γεωργικών εκτάσεων που αποκτήθηκαν με κατασχέσεις και δωρεές μέσα σε 1-2 αιώνες! Ο εκκλησιαστικός πατέρας Ιωάννης Χρυσόστομος αποδεχόταν ότι ένας «ελεύθερος άνθρωπος» δεν είναι δυνατόν να μαγειρεύει ο ίδιος για τον εαυτό του και χρειάζεται γι’ αυτό δούλους, αλλά «όχι μεγάλο αριθμό!» (Γρ. Μπαϊρακτάρης: «Κοινωνία-Θεσμοί-Οικονομία στο Βυζάντιο», στο «Ιστορία των Ελλήνων», βλέπε βιβλιογραφία). Ο έτερος μέγας εκκλησιαστικός πατέρας Βασίλειος υπεστήριζε ότι: «Όσοι δούλοι ευρίσκονται υπό ζυγόν και προσφεύγουν στις αδελφότητες των εκκλησιών, αφού τους νουθετήσουν οι αδελφότητες να γίνουν υπάκουοι και αφού τους βελτιώσουν, να τους παραδίδουν στους δεσπότες τους… ο ζυγός της δουλείας κατά τρόπον αρεστόν κατορθούμενος από τον Κύριο, κάνει αυτόν που τον υπομένει, άξιο της βασιλείας των ουρανών» (Βιβλιοθηκη Ελλήνων Πατέρων, τ. 53, σελ. 207-208). Εμφανέστατα λοιπόν προσφέρει ο Μέγας υπηρεσίες «βελτίωσης» στους δουλοκράτες. Σημειώνουμε ακόμα ότι ο Ιωάννης «Χρυσόστομος» ήταν Σύριος και ο «Μέγας» Βασίλειος Καππαδόκης, οπότε κάκιστα περιλαμβάνονται σε έκδοση που αναφέρεται σε «Έλληνες εκκλησιαστικούς πατέρες», οι οποίοι ήταν ελάχιστοι!

Picture Μια ακόμα προσπάθεια ωραιοποίησης στη χριστιανική ιστοριογραφία γίνεται για τον Ιουστινιανό (Justinianus Flavius Petrus Sabbatius, ~482-565), ο οποίος λέγεται ότι ελάφρυνε τη θέση των δούλων υπό την επιρροή της Εκκλησίας. Αν και δεν καταργήθηκε ούτε και τώρα η δουλεία, όπως υποσχόταν αρχικά ο χριστιανισμός, πράγματι κάποιες ρυθμίσεις του Ιουστινιανού ήταν ευνοϊκές για τη ζωή των δούλων, οι οποίοι θανατώνονταν τότε από τα αφεντικά τους ακόμα και για ασήμαντα «παραπτώματα». Ο λόγος γι’ αυτή την αλλαγή στη νομοθεσία οφειλόταν στο σταδιακό περιορισμό των δούλων σε οικιακές και άλλες εργασίες (οικοδομές, μεταλλεία κλπ.) και η αξιοποίηση στις αγροτικές εργασίες σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό των δουλοπάροικων (coloni), των «δούλων της γης», όπως αναφέρονται σε ένα νόμο του 393, των οποίων ο αριθμός μεγάλωνε σταδιακά με την επεκτεινόμενη οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Και ακριβώς τη συμπεριφορά των δουλοπάροικων ρύθμιζαν αυτοί οι νόμοι του Ιουστινιανού – με ιδιαίτερα αυστηρό τρόπο, κατά γενική ομολογία…

Από δικαστικές αποφάσεις (Πείρα) φαίνεται ότι ο θεσμός της δουλείας είχε μια αναλαμπή κατά τον 9o και 10o αιώνα και άρχισε να υποχωρεί σταδιακά από τον 11o στα πλαίσια της γενικότερης οικονομικής και πολιτικής παρακμής στο βυζαντινό χώρο. Πάντως στην Κων/πολη λειτουργούσε ακόμα αγορά δούλων (Helga Koepstein: «Μερικές παρατηρήσεις για τη νομική κατάσταση των δούλων …» στο «Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Πρακτικά του Α’ Διεθνούς Συμποσίου, Αθήνα 1989», βλέπε βιβλιογραφία). Μέχρι την οριστική πτώση της αυτοκρατορίας, ο θεσμός της δουλείας δεν έπαψε να υφίσταται, ενώ διατηρήθηκε για κάποιο διάστημα σε διάφορες επισκοπές και μετά, οι οποίες διέθεταν μεγάλες αγροτικές εκτάσεις.

Ήδη στο Βυζάντιο παρουσιάζεται ο χαρακτηρισμός «αγιόδουλοι» (‘Αγιοι Δούλοι) για πρόσωπα και τοπωνυμίες. πρόκειται για δούλους και δουλοπάροικους που καλλιεργούσαν τα τιμάρια της Εκκλησίας, π.χ. στην Κέρκυρα, όπου διασώζεται ακόμα αυτό το όνομα ως τοπωνύμιο. Σε βυζαντινό αυτοκρατορικό χρυσόβουλο του 1321 για την περιουσία της μητρόπολης Ιωαννίνων αναφέρεται ότι «…Κατέχει δε ωσαύτως η αυτή αγιωτάτη εκκλησία και Ιουδαίους τρεις, τα τε παιδία του Λαμέρη, του Δαβίδη και του Σαμαρία. » Το 1821 ο ιστοριοδίφης Λαμπρίδης αναφέρει ότι τα παιδιά του Δαβίδη ήταν υποχρεωμένα ακόμα το 19o αιώνα να πηγαίνουν κάθε Παρασκευή στη μητρόπολη για να προσφέρουν υπηρεσίες στο δεσπότη. Δηλαδή για τουλάχιστον 600 χρόνια τα μέλη μιας οικογένειας ήταν υποτακτικοί του εκάστοτε μητροπολίτη, μάλλον αγνοώντας και οι ίδιοι για ποιο λόγο προσέφεραν «παραδοσιακά» αυτές τις υπηρεσίες. 

Στη Δύση οι εξελίξεις ήταν ανάλογες: 

  • Στη σύνοδο της Ελβίρα (Ισπανία) που πραγματοποιήθηκε περί το έτος 306 εγκρίθηκε ο κανόνας 5, σύμφωνα με τον οποίο, ο εκκλησιαστικός μηχανισμός επιβάλει «πνευματική ποινή» στην κυρία που θανάτωσε την υπηρέτριά της με ξυλοδαρμό, μόνον όμως εφόσον η υπηρέτρια πεθάνει εντός τριών ημερών. Προφανώς, αν πεθάνει μετά τις 3 ημέρες ή «απλώς» μείνει ανάπηρη η υπηρέτρια, δεν προβλέπεται ούτε καν «πνευματική» ποινή! Αυτός ο κανόνας ενσωματώθηκε περί το 12o αιώνα στο καθολικό εκκλησιαστικό δίκαιο (Corpus iuris canonici) και ισχύει (θεωρητικά) μέχρι σήμερα! 

  • Το έτος 650 υιοθέτησε ο πάπας Μαρτίνος Ι τον τρίτο κανόνα της συνόδου του 362 της Γάγγρας που προαναφέρθηκε.

  • Το 1055 καθόρισε η σύνοδος του Τολέδο ότι τα παιδιά των (άγαμων) κληρικών γινόντουσαν υποχρεωτικά δούλοι σε μοναστήρια και επισκοπές. 

  • Το έτος 1089 επεκτάθηκε το μέτρο αυτό και στις γυναίκες, με τις οποίες αποκτούσαν οι κληρικοί παιδιά. Για τους ίδιους τους πατέρες-κληρικούς δεν προβλεπόταν καμιά ποινή! 

  • Μια ακόμα από τις πολλές αποφάσεις υπέρ της δουλείας εξεδόθη στην τρίτη σύνοδο του Λατερανού το 1179, με την οποία καταδικάζονταν να γίνουν δούλοι, όσοι «συνεργάζονταν» με τους Σαρακηνούς.

Μέχρι περίπου το 10o αιώνα εξελίχθηκε σταδιακά ο θεσμός του κλασικού δούλου σε αυτόν του δουλοπάροικου, ο οποίος μεταβιβαζόταν μαζί με τα κτήματα και τα κτίσματα. Κάποιοι ιστορικοί εκτιμούν ότι κατά το Μεσαίωνα είχαν βελτιωθεί οι συνθήκες ζωής των δούλων σε σχέση με εκείνες της ρωμαϊκής εποχής, αν και η πραγματικότητα δείχνει ότι έγινε μια εξίσωση προς τα κάτω: Μεγάλα τμήματα του λαού εντάχθηκαν για οικονομικούς και άλλους λόγους στην κατηγορία των δουλοπάροικων. 

Στο 10o και 11o αιώνα, κατά τον «εκχριστιανισμό» διαφόρων σλάβικων φύλων στη Δύση από τους Σάξονες αυτοκράτορες (Όθωνες), ενεργούσε από κοινού η «ιερή συμμαχία» στρατού, εκκλησιαστικού μηχανισμού και δουλεμπόρων (K-H.Deschner: «Η εγκληματική ιστορία του χριστιανισμού», βλέπε βιβλιογραφία), κάτι που υπήρξε αποτελεσματικό και μερικούς αιώνες αργότερα, κατά την κατάκτηση της Αμερικής και τoν «εκχριστιανισμό» των εκεί ιθαγενών. Αντίθετα, ανάλογες προσπάθειες «εκχριστιανισμού» και υποδούλωσης στην Κίνα και την Ιαπωνία είχαν περιορισμένα αποτελέσματα και οδήγησαν σε σφαγές των επιδρομέων, προσηλυτιστών, στρατιωτικών και εμπόρων.

Στον ισλαμικό κόσμο γινόταν επίσης αποδεκτός ο θεσμός των δούλων, ο προφήτης ζητάει όμως να έχουν οι πιστοί απέναντι στους δούλους καλή συμπεριφορά. Ταυτόχρονα, οι σημαντικότεροι δουλέμποροι στο χώρο της βόρειας Αφρικής, οι οποίοι τροφοδοτούσαν με δούλους τις βυζαντινές και τις δυτικές αγορές, ήταν μουσουλμάνοι. Κύρια απασχόληση των δούλων στον αραβικό κόσμο ήταν οι οικιακές και άλλες βοηθητικές εργασίες. Στις προκολομβιανές κοινωνίες των Αζτέκων, των Ίνκας και των Μάγιας οι δούλοι ήταν κυρίως αιχμάλωτοι πολέμων, οι οποίοι απασχολούνταν για παραγωγικές εργασίες και στις πολεμικές επιχειρήσεις. Συχνά επιλέγονταν ανάμεσά τους τα θύματα προς θυσία στους θεούς!

Picture

Η ανακάλυψη της ανατολικής ακτής της Αφρικής και η κατάκτηση και αποικιοποίηση της Αμερικής από τους Ευρωπαίους στα τέλη του 15oυ αιώνα οδήγησε σε μια άνθιση του δουλεμπορίου και σε μετακινήσεις πληθυσμών από την Αφρική στην Αμερική για περίπου 3 αιώνες. Κυρίως οι Πορτογάλοι αλλά και οι Ισπανοί κάλυπταν τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό στις νέες χώρες (Αμερική) με μεταφορά Αφρικανών. Το 15o αιώνα πωλητές δούλων από την κεντρική Αφρική σε αγορές της Μέσης Ανατολής και των Ινδιών ήταν Άραβες έμποροι. Οι ίδιοι αυτοί έμποροι διακινούσαν και Ευρωπαίους δούλους που είχαν αιχμαλωτιστεί από πειρατές σε επιδρομές στη νότια Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία.

Στη Λατινική Αμερική υποδουλώθηκαν αρχικά οι ντόπιοι πληθυσμοί από τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς. Λόγω της εξαντλητικής εργασίας με ταυτόχρονα βασανιστήρια, επειδή έπρεπε παράλληλα να προσχωρήσουν και στο χριστιανισμό. Αλλά και εξ αιτίας των ασθενειών που μεταφέρθηκαν από την Ευρώπη, οι ιθαγενείς αποδεκατίστηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι, άρχισε η βίαιη εισαγωγή Αφρικανών, των οποίων απόγονοι είναι οι σημερινοί μαύροι κάτοικοι της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής.

Κατά το 16o αιώνα αρχίζει να συμμετέχει στο δουλεμπόριο και η Βρετανία, η οποία αμφισβητεί με πολεμικές ενέργειες το «προνόμιο» της Πορτογαλίας να προμηθεύει την Αμερική με δούλους. Αρωγοί των Εγγλέζων σ’ αυτή την προσπάθεια ήρθαν Γάλλοι, Ολλανδοί, Δανοί και οι άποικοι της Βόρειας Αμερικής. Τελικά απέσπασε η Βρετανία το έτος 1713 το αποκλειστικό δικαίωμα να προμηθεύει η εταιρία British South Sea Company την αμερικάνικη ήπειρο με δούλους. 

Στη Βόρεια Αμερική έφτασαν οι πρώτοι Αφρικανοί δούλοι το έτος 1619 στο Jamestown (Virginia). Η νομική θέση αυτών των ανθρώπων περιγραφόταν ως limited servitude (περιορισμένη δουλεία) και ήταν όμοια με αυτή λευκών και ιθαγενών (ερυθρόδερμων) δούλων. Στα έτη 1641 στο Massachusetts, το 1650 στο Connecticut και το 1661 στη Virginia αποφασίστηκαν οι πρώτοι νόμοι για τη δουλεία που αφορούσαν τη μεταχείριση δούλων που είχαν δραπετεύσει.

Στο δεύτερο μισό του 17oυ αιώνα αναπτύχθηκε στις νότιες επαρχίες της Βόρειας Αμερικής το σύστημα των μεγάλων αγροκτημάτων (φυτείες), το οποίο απαιτούσε τεράστιο αριθμό εργατικών χεριών. Έτσι άρχισε η μαζική εισαγωγή μαύρων δούλων από την Αφρική. Μερικές παράλιες πόλεις των σημερινών ΗΠΑ αναπτύχθηκαν αρχικά ως δουλεμπορικά κέντρα. Στις βόρειες επαρχίες των αγγλικών αποικιών απασχολούνταν οι μαύροι κυρίως στις οικιακές και αγροτικές εργασίες, στις νότιες επαρχίες όμως κυρίως στις φυτείες. Σταδιακά έγινε η παρουσία των (άμισθων) δούλων στις φυτείες οικονομικός παράγων, χωρίς τον οποίο η αγροτική παραγωγή δεν ήταν ανταγωνιστική. Έτσι, την εποχή του πολέμου της αμερικάνικης ανεξαρτησίας (1776-1783) οι μαύροι είχαν μετατραπεί με ειδικούς σκληρούς νόμους σε δούλους με πλήρη εξάρτηση από τον κύριό τους, για τους οποίους αυτός είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου – μια επιστροφή στις συνθήκες της αρχαίας Ρώμης.

Στα τέλη του 18oυ αιώνα εκτελούσαν τα εγγλέζικα εμπορικά πλοία ταξίδια για την κάλυψη του λεγόμενου «τριγωνικού εμπορίου»: μετέφεραν από τα βρετανικά λιμάνια, κυρίως το Λίβερπουλ, μέταλλα, υφάσματα και όπλα στη βάση του Cape Coast στη σημερινή Γκάνα της Δυτικής Αφρικής. Από εκεί παραλάμβαναν νεαρούς νέγρους, τους οποίους στοίβαζαν στα αμπάρια του πλοίου και τους παρέδιδαν, όσους επιζούσαν, σε δουλέμπορους στα νησιά της Καραϊβικής. Επιστρέφοντας δε πάλι στα βρετανικά λιμάνια μετέφεραν ζάχαρη, καπνό κ.ά. Εκτιμάται ότι στα πλαίσια αυτού του τριγωνικού εμπορίου μεταφέρθηκαν περί τα 13 εκατομμύρια Αφρικανοί στην αμερικάνικη ήπειρο.

Κάποια υποτυπώδη δικαιώματα των δούλων της Αμερικής που προέβλεπαν αυτοί οι νόμοι, π.χ. ιατρική περίθαλψη στο γήρας, αν έφταναν ποτέ σε τέτοια ηλικία, δυνατότητα επιλογής δικηγόρου, αλλά και το δικαίωμα για χριστιανική κατήχηση, ήταν στην πραγματικότητα κενό γράμμα. Αυτό που διαφοροποιούσε τους μαύρους του 18ου αιώνα στον αμερικάνικο Νότο από τους αρχαίους δούλους ήταν το δικαίωμα να δημιουργούν οικογένεια και να διαθέτουν ιδιωτική περιουσία, πάντα όμως με τη σύμφωνη γνώμη του κυρίου τους. 

Picture

Picture

Εντυπωσιακή εξέλιξη είχε ένα από τα πολλά επεισόδια ανταρσίας Αφρικανών δούλων στα μέσα του 19ου αιώνα στην Κούβα. Το έτος 1839 ξεκίνησε το πλοίο Amistad, κουβανικής πλοιοκτησίας, για ένα ταξίδι μερικών ημερών προς το λιμάνι Γκουανάχα, φορτωμένο με κρασί, σταφίδες, ρούχα και εργαλεία για το κόψιμο του ζαχαροκάλαμου. Επιπλέον φορτώθηκαν στο πλοίο 53 Αφρικανοί, ανάμεσά τους και παιδιά, 3 κορίτσια και ένα αγόρι, από διάφορες περιοχές της Δυτικής Αφρικής. Οι άνθρωποι από την Αφρική είχαν σκλαβωθεί πριν από λίγο καιρό και είχαν μεταφερθεί με πορτογαλικό δουλεμπορικό πλοίο στην Κούβα.

Αυτή η «εισαγωγή» Αφρικανών στην αμερικάνικη ήπειρο ήταν ενάντια στη διεθνή συνθήκη για τη διακίνηση δούλων (βλέπε επόμενα), την οποία συνθήκη είχαν υπογράψει, τόσο οι ΗΠΑ, όσο και η Ισπανία. Γι’ αυτό, στη δίκη που ακολούθησε ισχυρίζονταν οι δουλέμποροι ότι οι Αφρικανοί ήταν επιβάτες στο σκάφος και, ατράνταχτη απόδειξη ήταν ότι, οι μισοί από αυτούς κυκλοφορούσαν σχετικά ελεύθεροι, αφού δεν υπήρχε χώρος να αλυσοδεθούν. Για τους αλυσοδεμένους στο κάτω κατάστρωμα υποστηρίχθηκε ότι ήταν τιμωρημένοι!

Στο πλοίο επέβαιναν επίσης, εκτός του καπετάνιου Ραμόν Φερέρ και δύο ναυτών, ο συνοδός-υπηρέτης του καπετάνιου, ο 16χρονος δούλος Αντόνιο και ο μάγειρας, ο μιγάς Τσελεστίνο. Μαζί τους ταξίδευαν όμως και οι ιδιοκτήτες φυτειών, ο Κουβανός Πεπέ Ρουίζ, ο οποίος έλεγε ότι το μεγαλύτερο μέρος των δούλων ήταν «ιδιοκτησία» του και ο επίσης ιδιοκτήτης φυτειών και Κουβανός Πέδρο Μόντες, ο οποίος είχε δηλώσει ως «ιδιοκτησία» του τα τέσσερα παιδιά.

Μία από τις νύχτες του ταξιδιού βρήκε ο αλυσοδεμένος στο σκάφος Αφρικανός Σένγκμπε Πίε (με το εκδυτικισμένο όνομα: Ζόζεφ Τσινκέ) κάποιο εργαλείο, πιθανόν ένα καρφί, με το οποίο ξεκλείδωσε τις χειροπέδες, τις δικές του και των συντρόφων του. Από εκείνη τη στιγμή, 4 η ώρα πριν ξημερώσει, ξεκίνησε μια ανταρσία στο πλοίο, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν ο πλοίαρχος, ο μάγειρας και δύο από τους σκλαβωμένους Αφρικανούς. πολλοί άλλοι δε τραυματίστηκαν. Για τους δύο ναύτες δεν υπήρξαν ποτέ σαφείς πληροφορίες: άλλοι έλεγαν ότι σκοτώθηκαν επίσης και άλλοι ότι πήδησαν στη θάλασσα και διέφυγαν. Επέζησαν ο μαύρος υπηρέτης Αντόνιο και οι δύο Κουβανοί, ιδιοκτήτες φυτειών.

Επιθυμία των ελεύθερων πλέον δούλων -αλλά στη μέση μιας αφιλόξενης θάλασσας- ήταν να γυρίσουν στην Αφρική. Επειδή όμως δεν ήξεραν να κυβερνούν ιστιοφόρο σκάφος, αλλά ούτε διέθεταν γνώσεις ποντοπορίας, προσπάθησαν να υποχρεώσουν τους δύο Κουβανούς να συμβάλουν στην πλεύση προς Αφρική. Οι Κουβανοί δέχθηκαν μεν να βοηθήσουν, στην πραγματικότητα σκόπευαν όμως να παραμείνουν στα θαλάσσια ύδατα γύρω από το νησί τους, με την ελπίδα να συναντήσουν κάποιο δικό τους σκάφος, με τη βοήθεια του οποίου θα επέβαλαν «το νόμο και την τάξη» στο Amistad και θα έθεταν πάλι τους Αφρικανούς υπό τον έλεγχό τους. Την ημέρα που ήταν στο πηδάλιο οι Αφρικανοί, το πλοίο κατευθυνόταν ανατολικά, το βράδυ που αναλάμβαναν οι Κουβανοί -επειδή οι δεισιδαίμονες Αφρικανοί φοβόντουσαν τα πνεύματα του σκότους- το πλοίο έπλεε προς τα δυτικά.

Τελικά, φαίνεται ότι το πλοίο, μετά από πολλές εβδομάδες, οπότε σώθηκαν και οι προμήθειες, δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από την Κούβα. Ένα βράδυ αποβιβάστηκαν οι Αφρικανοί σε μια στεριά για να μαζέψουν τρόφιμα και νερό, αλλά και για να προσλάβουν κάποιον πηδαλιούχο. Δεν κατάφεραν όμως τίποτα σημαντικό, αφενός επειδή δεν γνώριζαν τη γλώσσα και αφετέρου λόγω της περιορισμένης δυνατότητας κινήσεων και επαφών – διαφορετικά κινδύνευαν να συλληφθούν και να υποδουλωθούν εκ νέου. Αργότερα αποδείχθηκε ότι η στεριά, στην οποία είχαν αποβιβαστεί, ήταν τα νησιά Μπαχάμες.

Κάποια μέρα βγήκε η σκούνα από την Καραϊβική Θάλασσα και μπήκε στον ανοικτό Ατλαντικό, αλλά εκεί βρέθηκε στο «ρεύμα του κόλπου» (golf stream), χωρίς σωστή πλοήγηση και το πλοίο παρασύρθηκε σε βορινές περιοχές, κοντά στις ακτές των ΗΠΑ. Τα τρόφιμα ήταν ελάχιστα, πολλοί Αφρικανοί είχαν αρρωστήσει, μερικοί είχαν πεθάνει και η ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σκάφος ήταν: «καλύτερα ζωντανοί δούλοι, παρά ελεύθεροι νεκροί». Οι επικεφαλής της ανταρσίας προσπάθησαν να προσεγγίσουν πάλι κάποια ακτή, χωρίς να έχουν ιδέα όμως πού βρίσκονταν.

Εκεί, σε κάποια φαινομενικά ήρεμη ακτή, συνάντησαν οι απελπισμένοι Αφρικανοί έναν Χένρυ Γκρην και άλλους 4 ναυτικούς, στους οποίους υποσχέθηκαν «όλο το θησαυρό» που, δήθεν, βρισκόταν στο πλοίο, φτάνει να τους οδηγούσαν στην Αφρική. Όπως δήλωσε ο συγκεκριμένος Γκρην αργότερα στο δικαστήριο, εκδήλωσε ο ίδιος ενδιαφέρον για τη συνεργασία επειδή είχε σκοπό να πουλήσει το σκάφος με τον κόσμο που επέβαινε σ’ αυτό σε ένα γραφείο της Νέας Υόρκης που αναλάμβανε την εξαγορά εγκαταλελειμμένων πλοίων. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συναντηθούν το επόμενο βράδυ, ο μεν Γκρην με πρόθεση να παραδώσει τους αιχμαλώτους στους Νεοϋορκέζους, οι δε Αφρικανοί με την ελπίδα ότι θα σαλπάρουν για τη χώρα τους.

Τελικά, κατέφθασε όμως το αμερικάνικο πολεμικό μπρίκι USS Washington (σε ένα κλασικό γουέστερν θα λέγαμε, κατέφθασε το ιππικό!), το οποίο είχε ειδοποιηθεί ότι ένα «πειρατικό» σκάφος με πλήρωμα από μαύρους κυκλοφορεί κοντά στις ακτές των ΗΠΑ. Το πλήρωμα του πολεμικού έκανε ρεσάλτο στο Amistad, το κατέλαβε και το οδήγησε στο Κονέκτικατ, όπου φυλακίστηκαν όλοι οι Αφρικανοί, μαζί με το προσωπικό του σκάφους που είχε επιζήσει και απελευθερώθηκαν οι δύο Κουβανοί επιχειρηματίες.

Αργότερα κατηγορήθηκε ο πλοίαρχος του Washington στη δίκη των Αφρικανών ότι προτίμησε να οδηγήσει το κατειλημμένο σκάφος στο Κονέκτικατ, αντί της εγγύτερης Νέας Υόρκης, επειδή σ’ εκείνη την πολιτεία ήταν ακόμα νόμιμο το δουλεμπόριο, αντίθετα από τη Ν. Υόρκη, και γι’ αυτό θα διεκδικούσε εύρετρα για «ακυβέρνητο σκάφος» και υψηλές τιμές από την πώληση των, λόγω απαγόρευσης του δουλεμπορίου, δυσεύρετων πλέον δούλων. Δεν προσήχθη όμως ποτέ σε δίκη ο ίδιος.

Οι δίκες που ακολούθησαν μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (Supreme Court) δεν αφορούσαν σε κάποιες παράνομες ενέργειες των Αφρικανών, γιατί αυτοί δεν είχαν υποπέσει σε οποιοδήποτε αδίκημα σε αμερικάνικο έδαφος, αλλά μόνο στο αν οι συγκεκριμένοι ήταν, σύμφωνα με το αμερικάνικο δίκαιο, δούλοι οπότε η ανταρσία τους ήταν «παράνομη» ή επρόκειτο για παράνομα σκλαβωμένους ελεύθερους ανθρώπους, οι οποίο δικαίως επαναστάτησαν. Από αυτή την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών προέκυψε και το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη δίκη. Ίσως αυτό το παγκόσμιο ενδιαφέρον να συνέβαλε τελικά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου το έτος 1841 ότι οι Αφρικανοί δεν ήταν «νόμιμοι δούλοι» και έπρεπε να απελευθερωθούν. Οι 35 από αυτούς επέστρεψαν στην Αφρική, όπου έφτασαν εκεί στα μέσα του 1842.

Η ζωή των μαύρων στον αμερικάνικο Νότο περιγράφεται, εκτός από χρονικογράφους της εποχής και από πολλούς λογοτέχνες (Harriet Beecher Stowe: Η καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά, 1852), οι οποίοι μετέφεραν σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο (τότε περίπου η Ευρώπη), ιδίως κατά το 19οαιώνα, τις πληροφορίες για τα συμβαίνοντα στην Αμερική. Οι περιγραφές αυτές αναφέρονται σε εγκλήματα χωρίς κυρώσεις από λευκούς κτηματίες αλλά και εργάτες, όπως ομαδικοί βιασμοί κοριτσιών και γυναικών, σφράγισμα δούλων με πυρακτωμένο σίδερο, μαζικές εκτελέσεις δραπετών κτλ. Μέχρι την έκρηξη του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου το 1861, αναφέρονται φρικιαστικά γεγονότα για τη μεταχείριση μαύρων δούλων στις φυτείες των νότιων πολιτειών της Αμερικής.

Σε όλη τη διάρκεια του δουλεμπορίου, το οποίο απέφερε τεράστια κέρδη στις κοινωνίες των Ευρωπαίων εποίκων στην Αμερική, προσπάθησαν διάφοροι θεολόγοι να εξηγήσουν ότι η δουλεία είναι συμβατή με τη χριστιανική θρησκεία, π.χ. ότι «οι μαύροι άνθρωποι είναι διασταύρωση του Κάιν με θηλυκό πίθηκο», άρα ευτελές βιολογικό είδος. Αυτά από τον θεολόγο-ιεραπόστολο Thomas Thompson (σε μονογραφία του στα τέλη του 18ου αιώνα), από τον καθηγητή Charles Caroll («The Negro a beast», 1900) κ.ά. Το έτος 1818 η Ορθόδοξη Εκκλησία της Βλαχίας θεωρούσε τους Αθίγγανους «γεννημένους σκλάβους»!

Κατάργηση της δουλείας

Η Δανία απαγόρεψε το 1792 νομοθετικά ως πρώτη χώρα το εμπόριο δούλων. Ακολούθησαν η Βρετανία το 1807 και οι ΗΠΑ το 1808. Το τέλος του δουλεμπορίου δεν προέκυψε από τις ανθρωπιστικές πιέσεις κάποιων φωτισμένων ανθρώπων και ομάδων χριστιανών ή ριζοσπαστών στο βρετανικό Κοινοβούλιο, αλλά και στις επαναστάσεις των σκλάβων. Στο νησί του ‘Αγιου Δομίνικου, όπου ξεσηκώθηκαν τον Αύγουστο του 1791, πήραν την εξουσία, κατάργησαν τη δουλεία και εδραίωσαν το πρώτο κράτος «μαύρων» της αμερικανικής ηπείρου, την Αϊτή. Σοβαρές εξεγέρσεις σκλάβων και απελεύθερων μαύρων έγιναν και σε άλλα νησιά της Καραϊβικής, οι οποίες οδήγησαν τους επαναστάτες την εποχή των αγγλογαλλικών πολέμων να αποκτήσουν, με γαλλική βοήθεια, τον έλεγχο σε πολλά νησιά, όπως η Γκρενάδα, ο Αγιος Βικέντιος, η Αγία Λουκία, η Τζαμάικα και το Τρινιντάντ. Ακόμα κι όταν αυτές οι παράτολμες ενέργειες δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία, οι εξεγερμένοι κατάφεραν να νικήσουν δύο βρετανικές αρμάδες και στέρησαν τη Βρετανία από τα εισοδήματα των φυτειών ζαχαροκάλαμου για πολλά χρόνια.

Οι νομοθετικές ρυθμίσεις στα διάφορα κοινοβούλια αφορούσαν μόνο το εμπόριο των δούλων, όχι όμως το θεσμό της δουλείας, αν και διάφοροι μηχανισμοί κατάφερναν με κρατική υποστήριξη να συνεχίζουν το απάνθρωπο έργο τους. Οι Βρετανοί εξακολουθούσαν να αγοράζουν μαύρους στα δουλοπάζαρα για να τους χρησιμοποιούν στους πολέμους επιβολής και διατήρησης της βρετανικής αυτοκρατορίας. Αφρικανοί αγοράζονταν στη Μοζαμβίκη για να πολεμήσουν στην κατάκτηση της Κεϋλάνης (σήμερα Σρι Λάνκα), ενώ 13.000 σκλάβοι αγοράστηκαν στην Καραϊβική για να βοηθήσουν στην καταστολή εξεγέρσεων σκλάβων στα διάφορα βρετανικά νησιά της περιοχής.

Στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814 τέθηκε το ζήτημα γενικής κατάργησης του δουλεμπορίου και πολλές χώρες υιοθέτησαν σύντομα σχετικούς νόμους, αλλά στη δεκαετία του 1820 έφτασε στην αμερικανική ήπειρο ακόμα μισό εκατομμύριο σκλάβοι. Το έτος 1842 υπέγραψαν η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ συμφωνία (Ashburton Treaty), με την οποία αποφασιζόταν να αστυνομεύουν τον Ατλαντικό για τυχόν διακίνηση δουλεμπορικών πλοίων. Με το χρόνο προσχώρησαν κι άλλες χώρες σ’ αυτή τη συμφωνία. Η απαγόρευση της διακίνησης δούλων οδήγησε στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των δούλων της Αμερικής, γιατί δεν ήταν πια εύκολη ή δυνατή η αντικατάστασή τους με καινούργιους.

 

Όλοι οι δούλοι στη γαλλική επικράτεια απελευθερώθηκαν αρχικά με τη γαλλική επανάσταση, αλλά το καθεστώς της δουλείας επανήλθε με την επιστροφή των Βουρβόνων και την αποκατάσταση των γαιοκτημόνων και των επισκόπων στις περιουσίες και τις εξουσίες τους. Τελικά καταργήθηκε η δουλεία στη Γαλλία το 1848 και στην Ολλανδία το 1863. Στη Ρωσία καταργήθηκε επίσημα η δουλεία το έτος 1861 υπό την πίεση των δυτικών κρατών, οπότε απελευθερώθηκαν περί τα 43 εκατομμύρια δούλοι! Οριστική κατάργηση του καθεστώτος των δουλοπαροίκων (κολίγων) επήλθε με την επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917.

Η Ελλάδα και άλλες νέες χώρες της Ευρώπης, οι οποίες δεν είχαν κατά τους προηγούμενους αιώνες κρατική υπόσταση για να συμπράξουν στο δουλεμπόριο, ενσωμάτωσαν την απαγόρευση της δουλείας στο σύνταγμά τους. Το ίδιο έγινε και σε πολλές χώρες της Νότιας Αμερικής, αλλά στη Βραζιλία, η οποία σήμερα αποτελείται περί το 50% από μαύρους, μιγάδες και απογόνους παλαιών ιθαγενών, υιοθετήθηκε αυτή η κατάργηση μόλις το 1888.

Στις ΗΠΑ καταργήθηκε επίσημα η δουλεία με τη λήξη του εμφύλιου πολέμου βορείων-νοτίων, ο οποίος πόλεμος δεν είχε φυσικά ως στόχο την κατάργηση της δουλείας των μαύρων, όπως υιοθετήθηκε από την αμερικάνικη κρατική προπαγάνδα. Ο πόλεμος αυτός αφορούσε τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του παραδοσιακού αγροτικού Νότου που στηριζόταν στα εργατικά χέρια των (απλήρωτων) δούλων και του ραγδαία εκβιομηχανιζόμενου Βορρά που είχε τον έλεγχο της χώρας (yankees). Οι Βόρειοι υπό τον Λίνκολν είχαν ως πρώτιστο στόχο τους τη διατήρηση της Ένωσης για να διαθέτουν ευρεία αγορά των βιομηχανικών προϊόντων τους και πελατεία του τραπεζικού συστήματος και ήταν έτοιμοι για παραχωρήσεις στο ζήτημα της δουλείας. Η κατάργησή της ετέθη όμως πανηγυρικά ένα χρόνο μετά την έναρξη του πολέμου, όταν οι Ευρωπαίοι, αντιμετωπίζοντας με συμπάθεια μια πιθανή διάσπαση των ΗΠΑ, ενδιαφέρθηκαν να υποστηρίξουν τους Νοτίους με προμήθεια οπλισμού. Μετά από αυτό τον ελιγμό του Λίνκολν, δεν ήταν πια δυνατόν να υποστηρίξουν οι «φιλελεύθεροι» Ευρωπαίοι τους «καταπιεστές» των μαύρων!


Δουλεία στον 20ο αιώνα

H Λαϊκή Κίνα μετράει 2,9 εκατομμύρια σκλάβους, αλλά «πρωταθλήτρια» είναι η Ινδία ανέφερε η οργάνωση WalkFree

Η «Κοινωνία των Εθνών» (πρόδρομος οργανισμός του ΟΗΕ) κήρυξε το 1926 πανηγυρικά την κατάργηση της δουλείας σε οποιαδήποτε μορφή της. Αυτό επιβεβαιώθηκε το 1948 με την έγκριση της Χάρτας στον ΟΗΕ για τα «δικαιώματα του ανθρώπου». Παραπτώματα που σχετίζονται με δουλεμπόριο και διατήρηση δούλων εκδικάζονται από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. 

Στις δεκαετίες από το 1950 και μετά δεν υπάρχει στον κόσμο δουλεία με την παλαιά μορφή, αν και είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν και ερευνηθούν οι σχέσεις εξάρτησης πάμπτωχων ανθρώπων σε διάφορα σημεία της υδρογείου από τοπικούς γαιοκτήμονες και βιομηχάνους, οι οποίοι μονοπωλούν την προσφορά εργασίας στην περιοχή τους ή από πάμπλουτους αλλά αργόσχολους ‘Αραβες σεΐχηδες, οι οποίοι διατηρούν στρατιές νεαρών Ινδοπακιστανών και Αφρικανών π.χ. ως αναβάτες καμήλας! Σε πολλές χώρες, κυρίως της Αφρικής, της Ασίας και της Νότιας Αμερικής αλλά, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, και στην Ευρώπη, παρουσιάζονται φαινόμενα όμοια με αυτά της δουλείας, όπως λαθραία διακίνηση μεταναστών, επιβολή παιδικής εργασίας, λαθρεμπόριο ανθρώπινων οργάνων, εκμετάλλευση πορνείας κ.ά.
«… Ένα κίνημα που αγνοεί ή αποστρέφεται την κοινωνική ιστορία, αλλά και την ιστορικότητά του, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βρίσκεται διαρκώς στο νησί των λωτοφάγων… »  Γ. Μ

«Καμιά επανάσταση δε μπορεί να γίνει μέσο απελευθέρωσης για τον άνθρωπο, αν τα μέσα  που χρησιμοποιούνται για να την προωθήσουν δεν είναι ταυτόσημα στο πνεύμα και στην προοπτική με τους  σκοπούς που θέλουν να επιτύχουν. Η επανάσταση… είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα τ’ άλλα η επανεκτίμηση και ο φορέας νέων αξιών. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της νέας ηθικής, που εμπνέει τους ανθρώπους μ’ ένα καινούργιο νόημα για τη ζωή και τις εκδηλώσεις της, ενώ στις κοινωνικές σχέσεις, είναι ο διανοητικός και πνευματικός αναπλάστης…». 

Έμμα  Γκόλντμανhttp://eleftheriakos.gr/node/408 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s