Η αρχαία πόλη των Φιλίππων στις Κρηνίδες Καβάλας

01_filipponΟ ταξιδιώτης της Ελληνικής επικράτειας δεν θα δυσκολευτεί καθόλου ν’αντικρύσει σημεία που θα του θυμίζουν ή και θα του ζωντανέψουν την ιστορία των ανθρώπων που κατοικούν αυτόν τον τόπο για πάνω από 30 αιώνες. Οι τάφοι των Μυκηνών τον φέρνουν αντιμέτωπο με την νεολιθική εποχή, οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Ακρόπολη των Αθηνών θυμίζουν το μεγαλείο της κλασσικής αρχαιότητας, σε πολλά άλλα θα ξυπνήσει το πέρασμα και η υποταγή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε αυτόν τον κλασσικισμό, το πέρασμα από τις κατακόμβες του Αγίου Δημητρίου τα πρώτα βήματα του Χριστιανισμού.

Διαβαίνοντας όμως το 16ο χιλιόμετρο της οδού Καβάλας-Δράμας ο ταξιδιώτης θα έρθει αντιμέτωπος με την τοποθεσία που καταφέρνει να συγκεράσει όλο αυτό το ιστορικό διάβα μέσα σε λίγα τετραγωνικά.Πρόκειται για τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, στο μέσο της ομώνυμης πεδιάδας που εκτείνεται από τους πρόποδες του αρχαίου Ορβήλου μέχρι το <<χρυσοβώλο>> Παγγαίο, βουνά τόσο υμνημένα από τους τραγικούς των Αθηναίων βουνά δεμένα με τόσο πανάρχαιους μύθους και λατρείες.
Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ. ΜΥΘΟΙ, ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ.
Δίπλα στις σημερινές Κρηνίδες αντικρύζουμε τα τείχη και την Ακρόπολη των Φιλίππων, ακατάλυτη από το πέρασμα των αιώνων, βουβός μάρτυρας της ιστορίας των λαών που έζησαν ή συναντήθηκαν στην εύφορη πεδιάδα των Φιλίππων.
Η περιοχή του Παγγαίου και ιδιαίτερα η περιοχή των Φιλίππων από πολύ νωρίς τράβηξαν το ενδιαφέρον του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Θρύλοι, μύθοι, λατρείες, ιστορικά γεγονότα δέθηκαν στενά με αυτόν τον τόπο. Το κοντινό Παγγαίο, που φαίνεται τόσο καθαρά από τους Φιλίππους, ήταν σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο με αρχαία μυθολογική παράδοση, αλλά και σημαντικός οικονομικός παράγοντας, με μεγάλα δάση και πλούσια μεταλλεία.
Εδώ σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, πρώτος ο Φοίνικας Κάδμος βρήκε τα χρυσωρυχεία και εδώ κόπηκαν τα πιο αρχαία νομίσματα της περιοχής, με διονυσιακές παραστάσεις. Κοντά στη χιονοσκέπαστη κορυφή του Παγγαίου είχε ο Διόνυσος το μαντείο του, στο οποίο χρησμοδοτούσε μια γυναίκα, η Πρόμαντις, τους χρησμούς της οποίας ανακοίνωναν στους πιστούς οι ιερείς του θεού οι Προφητεύοντες. Το μαντείο του Διονύσου το εξουσίαζαν οι πολεμικοί Σάτρες. Σύμφωνα πάλι με αρχαίους μύθους, στο Παγγαίο κατασπαράχθηκε από τις Μαινάδες ο Ορφέας. Ακόμη, εδώ ξετυλίγεται ο μύθος για τον βασιλιά των Ηδωνών Λυκούργο, τον αντίπαλο του Διονύσου.
Στις πυκνόφυτες πλαγιές του βουνού σχηματίσθηκαν Διονυσιακοί θίασοι και εδώ αναπτύχθηκαν ιδέες για την ευθανασία. Ακόμα, μια αρχαία παράδοση που την διέσωσε ο Αππιανός -Ρωμ. Εμφύλ. IV, 105- τοποθετεί κοντά στους Φιλίππους, σε ένα ποταμάκι τον Ζυγάκτη, τη θέση όπου ο Πλούτωνας άρπαξε στο σκοτεινό βασίλειό του, την Περσεφόνη ενώ αυτή μάζευε λουλούδια.
Ο Πεισίστρατος ήρθε στο Παγγαίο εξόριστος για να βρεί χρυσό και μισθοφόρους. Επίσης και ο Θουκυδίδης πέρασε στο Παγγαίο τα χρόνια της εξορίας του, γράφοντας την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου και πιθανόν να πέθανε εδώ. Τα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου αποτέλεσαν βασικό οικονομικό πόρο και συνετέλεσαν στην ακμή του Μακεδονικού βασιλείου.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Πολύ πριν έρθουν οι Έλληνες στους Φιλίππους, υπήρχε ένας συνοικισμός της Νεολιθικής εποχής, που ανακαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, δίπλα σε πηγές νερού, στη θέση Ντικιλί-Τάς. Τα ευρήματα ανάγονται στην Πρωτοελληνική εποχή (2850-2250 π.κ.χ.), ενώ τα νεώτερα ευρήματα χρονολογούν τον συνοικισμό στην περίοδο 1700-1500 π.κ.χ.. Βρέθηκαν τμήματα μεγάλων αγγείων, όπλα, πέλεκεις, αγροτικά εργαλεία και πήλινα ειδώλια ανθρώπων και ζώων. Ο συνοικισμός του Ντικιλί-Τάς στις προϊστορικές σκοτεινές χιλιετηρίδες, μπορεί να θεωρηθεί σαν μακρινός πρόγονος της πόλης των ιστορικών χρόνων.
ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Στους ιστορικούς χρόνους σε ολόκληρη την περιοχή του Παγγαίου ζουν θρακικά φύλα, που διακρίνονται για την πολεμική τους τέχνη και ικανότητα. Οι Έλληνες έρχονται αργότερα. Γίνεται μια πρώτη απόπειρα των Αθηναίων να κατακτήσουν αυτή την εύφορη περιοχή το 465 π.κ.χ., όπου διεξάγεται μια μάχη μεταξύ Αθηναίων και θρακικών φύλων. Οι Αθηναίοι χάνουν τη μάχη, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 10.000 νεκρούς οπλίτες. Αργότερα, ανάμεσα στο 360-359 π.κ.χ. Έλληνες άποικοι από τη Θάσο, με αρχηγό τον εξόριστο Αθηναίο ρήτορα και πολιτικό Καλλίστρατο, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Φιλίππων, κτίζοντας την πρώτη μικρή πόλη. Η πόλη αυτή πριν πάρει το όνομα του βασιληά των Μακεδόνων Φιλίππου Β΄, είναι γνωστή άλλοτε με το όνομα Κρηνίδες και άλλοτε με το όνομα Δάτον. Το όνομα Κρηνίδες οφείλεται στα άφθονα νερά που πηγάζουν ολόγυρα στην περιοχή – κρήναι γαρ είσι περί τώ λόφω ναμάτων πολλαί – Από το έργο του Αππιανού – Ρωμαϊκός εμφύλιος IV, 105,439 -. Το όνομα Δάτον είναι απήχηση της ξακουστής ευφορίας της περιοχής αυτής που εκφραζόταν με την παροιμία – Δάτον αγαθών και αγαθών αγαθίδας. Δεν ήταν όμως, μόνο η εύφορη γη που προσέλκυσε τους Αθηναίους και τους Θάσιους. Η γη αυτή έκρυβε μεταλλεία χρυσού πίσω από την Ακρόπολη. Με την κατοχή και εκμετάλλευσή τους από τους Θάσιους, κυκλοφόρησαν νέα νομίσματα, χρυσά και χάλκινα που είχαν για κύρια παράσταση το κεφάλι του Ηρακλή και στην πίσω πλευρά ένα τρίποδα ή άλλες φορές ένα τόξο με ρόπαλο. Τα νομίσματα αυτά είχαν την επιγραφή ΘΑΣΙΟΝ ΗΠΕΙΡΟ.
Στην αποικία αυτή δόθηκε εξαιρετική σημασία. Υποστηρίχθηκε από ιστορικούς πως η 11η επιστολή του Πλάτωνα προς τον Θάσιο Λαοδάμα, αφορά τη νομοθεσία και οργάνωση των Κρηνίδων.
Περνώντας στα χρόνια της βασιλείας του Φιλίππου Β΄, οι δραστηριότητες των Θρακών βασιλέων αποτελούσαν μόνιμη πηγή ανησυχίας και δημιουργούσαν προβλήματα στα βόρεια σύνορα του Μακεδονικού κράτους. Ο Φίλιππος υποχρεώθηκε επανειλημμένως από τις περιστάσεις να εμπλακεί στις υποθέσεις της Θράκης. Όταν ο Φίλιππος κατέλαβε (357 π.κ.χ.) την Αμφίπολη στον κάτω ρου του Στρυμόνα, ένας βασιλιάς ενός θρακικού φύλου, ο Κετρίπορις, άρχισε να επιτίθεται εναντίον ελληνικών πόλεων της πεδιάδας του Δάτου. Μία από αυτές, οι Κρηνίδες, ζήτησε προστασία από τον Φίλιππο, ο οποίος ανταποκρίθηκε άμεσα, θέτοντας τέρμα στις θρακικές επιδρομές, προσαρτώντας την περιοχή και επανιδρύοντας τις Κρηνίδες ως Φιλίππους.

Ο Φίλιππος διείδε την στρατηγική και οικονομική σημασία των Κρηνίδων. Αφού την κατέλαβε, αύξησε τον πληθυσμό της με Μακεδόνες αποίκους και της έδωσε το όνομά του. Έτσι δημιουργήθηκε η Μακεδονική πόλη Φίλιπποι. Ένα μεγάλο και ισχυρό τείχος περιέβαλε την πόλη και ένα θέατρο, από τα καλύτερα της Αρχαίας Ελλάδας, την κόσμησε. Η πόλη των Φιλίππων αναδείχθηκε πρώτιστη βασιλική αποικία και η προσάρτησή της αποτέλεσε ένα σταθερό βήμα προς την πραγματοποίηση της επέκτασης της Μακεδονίας από τον Στρυμόνα έως τον Νέστο. Ταυτόχρονα ο Φίλιππος άρχισε να εκμεταλλεύεται εντατικά τα χρυσωρυχεία που είχαν το όνομα ’συλα, ίσως γιατί όπως υπέθεσε ο Γάλλος αρχαιολόγος Heuzey, όσοι εγκληματίες ή φυγάδες σκλάβοι έρχονταν εδώ, έβρισκαν ασυλία, δουλεύοντας στα χρυσωρυχεία. Ο Ηρόδοτος, VII,115, ονομάζει τα χρυσωρυχεία Συλέος Πεδίον και Σκαπτή ύλη – και αποδίδει στα χρυσωρυχεία μια πρόσοδο ανώτερη από 1000 τάλαντα το χρόνο. Στους Φιλίππους εγκαταστάθηκε το βασιλικό νομισματοκοπείο, όπου κόπηκε το περίφημο νόμισμα, το Φιλίππειον.

Ο Θεόφραστος που γνώριζε καλά την περιοχή των Φιλίππων, μας πληροφορεί πως τον 4ο αιώνα π.κ.χ., με την εγκατάσταση των Μακεδόνων αποίκων, εκτελείται ένα τεράστιο πλουροπαραγωγικό έργο. Αποξηράνθηκε ένα μεγάλο μέρος της πεδιάδας που ως τότε ήταν σκεπασμένη με νερά και έλη. Το αποξηραντικό έργο που επιτεύχθηκε είχε και σαν αποτέλεσμα την καλυτέρευση του κλίματος της περιοχής. Το 304 π.κ.χ. η πόλη των Φιλίππων ανέδειξε έναν Ολυμπιονίκη. Ο Λάμπου ο Φιλιππήσιος αναδείχθηκε νικητής τεθρίππων. Μεγάλη είναι η άγνοιά μας για την ιστορία της πόλης στους αιώνες που ακολουθούν, ως τη Ρωμαϊκή κατάκτηση. Φιλολογικές μαρτυρίες δεν υπάρχουν και το έργο του ιστορικού Μαρσύα που καταγόταν από τους Φιλίππους και έγραψε για την πατρίδα του, δυστυχώς χάθηκε. Οι λίγες επιγραφές που βρέθηκαν στις ανασκαφές και που χρονολογούνται στην Ελληνιστική εποχή μας πληροφορούν για την προσωπική επέμβαση του Μ. Αλεξάνδρου στο ζήτημα της αποξήρανσης των Τεναγών, για την περιοδική πώληση του αξιώματος του ιεροκύρηκα, για ένα ψήφισμα προς τιμήν κάποιου πολίτη που δάνεισε στην πόλη χρηματικό ποσό με μικρό ή δίχως τόκο. Από ένα ψήφισμα των Φιλίππων στα μέσα του 3ου αιώνα π.κ.χ. που βρέθηκε στην Κώ, μαθαίνουμε για την υποδοχή των Θεωρών της νήσου, που ήρθαν στους Φιλίππους να κηρύξουν εκεχειρία και να κάνουν γνωστό τον εορτασμό των Ασκληπιείων. Η τοπική βουλή απένειμε στους απεσταλμένους διάφορες τιμές και ενέκρινε ένα στρατιωτικό απόσπασμα για την συνοδεία τους ως την Νεάπολη(Καβάλα). Κατά τη διάρκεια της Μακεδονικής κυριαρχίας οι Φίλιπποι είναι μία από τις κύριες πόλεις του Μακεδονικού Βασιλείου με οικονομική ακμή αλλά και ιδιαίτερα προνόμια. Ο πληθυσμός όμως και η σημασία της πόλης με τη ροή του χρόνου ελλατώνεται σημαντικά, μέχρι την εποχή της Ρωμαϊκής κατάκτησης(168 π.κ.χ.).
ΡΩΜΑΪΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Το 86 π.κ.χ. η πόλη των Φιλίππων αναφέρεται στον πόλεμο της Ρώμης κατά του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη και από τους Φιλίππους περνούν τα Ρωμαϊκά εκστρατευτικά σώματα. Λίγο αργότερα, το 42 π.κ.χ. ένα κοσμοϊστορικό γεγονός, η Μάχη των Φιλίππων κάνει το όνομα της πόλης γνωστό σε όλη την υφήλιο.
Αμέσως μετά τη μάχη, ο Αντώνιος εγκατέστησε στην πόλη τους πρώτους Ρωμαίους αποίκους και λίγο αργότερα, το 30 π.κ.χ. ο Οκταβιανός έστειλε από την Ιταλία νέους πολυάριθμους αποίκους. Οι Ρωμαίοι άποικοι εγκαταστάθηκαν σαν αστοί μέσα στους Φιλίππους αλλά και σαν αγρότες στα γύρω χωριά του κάμπου. Δημιουργήθηκε έτσι η αποικία Augusta julia Philippensis που προσαρτήθηκε στη φυλή Voltinia και είχε τους δικούς της άρχοντες και τη δική της διοικητική οργάνωση. Η μικρή πόλη μεγάλωσε, ο πληθυσμός της διαφοροποιήθηκε με την εγκατάσταση του Ρωμαϊκού στοιχείου, η ελληνική γλώσσα παραμερίστηκε από τη Λατινική που έγινε τότε η επίσημη γλώσσα της αποικίας. Αργότερα τον 3ο-4ο αιώνα μ.κ.χ. η ελληνική γλώσσα ξαναπαίρνει τη θέση της.
Στη Ρωμαϊκή εποχή και ιδιαίτερα στα χρόνια των Αντωνίνων, ανθίζουν οι τέχνες στους Φιλίππους. Κτίζονται μεγάλες δαπανηρές οικοδομές, η εμπορική αγορά, η παλαίστρα, τα λουτρά και ένα μεγάλο υδραγωγείο που έφερνε νερό στην πόλη από τη δυτική πλευρά. Υψώθηκαν αγάλματα και μνημεία που αλλάζουν την υποδομή και την πολιτιστική όψη της πόλης. Οι θρησκευτικές δοξασίες του ντόπιου θρακικού πληθυσμού και των Ελλήνων αποίκων ανακατεύθηκαν με τις δοξασίες των Ρωμαίων και τα θρησκευτικά ρεύματα της Ανατολής και δημιουργήθηκε έτσι το Πάνθεον της αποικίας.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Τελευταία έρχεται η Χριστιανική θρησκεία. Οι κάτοικοι των Φιλίππων είναι οι πρώτοι κάτοικοι της Ευρώπης που ακούνε το κήρυγμα της νέας θρησκείας το 49-50 μ.κ.χ. από τον Απόστολος Παύλος. Η Λυδία από τα Θυάτειρα αποτέλεσε την πρώτη Ευρωπαία που βαπτίσθηκε χριστιανή.
Η νέα χριστιανική θρησκεία χρησιμοποιεί σαν γλώσσα την ελληνική εκτοπίζοντας την λατινική των Ρωμαίων αποίκων. Από τον 3ο μ.κ.χ. αιώνα εμφανίζονται ξανά ελληνικές επιγραφές. Το πιστοποιεί άλλωστε και ο Αθηναίος ρήτορας Ιμέριος που καλεσμένος από τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό το 362 μ.κ.χ., πέρασε από την πόλη και εκφώνησε λόγο προς τους κατοίκους των Φιλίππων.
Με την επίσημη πλέον αναγνώριση του Χριστιανισμού από τον Μέγα Κων/νο σαν επίσημης θρησκείας του κράτους, οι Φίλιπποι είναι έδρα Μητροπολίτη που έχει στη δικαιοδοσία του 5-7 επισκοπές. Αυτήν την εποχή κτίζονται οικοδομές στο κέντρο της πόλης, που αλλάζουν την όψη της. Με τις ανασκαφές βγήκαν στην επιφάνεια δύο μεγάλες Παλαιοχριστιανικές Βασιλικές με πλούσια διακόσμηση. Τα ευρήματα αυτής της εποχής μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι Φίλιπποι ήταν μια χριστιανική οργανωμένη κοινωνία με οικονομική άνεση.
ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Η ασφάλεια και ειρήνη που έδωσε στα χρόνια που πέρασαν, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην πόλη, κινδύνεψαν στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η εισβολή τον 4ο μ.κ.χ. αιώνα βαρβαρικών φύλων στα εδάφη του Βυζαντίου, αγγίζει και τους Φιλίππους. Βαρβαρικά φύλα φτάνουν μπροστά στην πόλη χωρίς όμως να καταφέρουν να την καταλάβουν. Το 473 μ.κ.χ. οι Γότθοι πλησίασαν στην περιοχή, πυρπόλησαν τα προάστιά της, την ίδια την πόλη όμως δεν μπόρεσαν να την καταλάβουν. Τους 7ο και 8ο μ.κ.χ. αιώνες ακολουθούν οι Σλαβικές επιδρομές. Αργότερα στις αρχές του 9ου αιώνα γίνονται οι Βουλγαρικές επιδρομές. Σε μια από αυτές τις επιδρομές το 837 μ.κ.χ. οι Βούλγαροι φθάνουν ως την πόλη και αφού πρωτύτερα οι κάτοικοι την εκκένωσαν, την κατέλαβαν και πάνω στις μαρμάρινες πλάκες του στυλοβάτη της νότιας κιονοστοιχίας της Βασιλικής Β’, γράφουν το χρονικό της νίκης τους στην ελληνική γλώσσα. Οι Βούλγαροι αποσύρθηκαν γρήγορα και στο τέλος του 9ου αιώνα ολόκληρη η Ανατολική Μακεδονία οργανώθηκε από τους Βυζαντινούς. Τα τείχη της πόλης καθώς και η Ακρόπολη ανοικοδομούνται (963-969 μ.κ.χ.).
Στις θριαμβευτικές εκστρατείες του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου από το 1004 έως το 1018 μ.κ.χ., πέρασαν πολλές φορές Βυζαντινά στρατεύματα από τους Φιλίππους. Λίγο αργότερα, στην εποχή των σταυροφοριών το 1097 μ.κ.χ., από τους Φιλίππους πέρασαν τα στρατεύματα της πρώτης σταυροφορίας.
Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο ’ραβας γεωγράφος Idrisi, μας δένει σημαντικά στοιχεία για την τότε εικόνα των Φιλίππων. Αναφέρει τους Φιλίππους σαν πόλη με ζωηρή εμπορική κίνηση, με καλλιέργειες αμπελιών και φυτειών κάθε είδους.
Επίσης η σημαντική θέση της πόλης πάνω στην μεγάλη οδική αρτηρία (Εγνατία) της περιοχής, είναι η αιτία επίσκεψης πολλών Αυτοκρατόρων. Όταν οι Φράγκοι κυρίευσαν την Κων/πολη, πέρασε από τους Φιλίππους δύο φορές, το 1204 μ.κ.χ., ο Φράγκος βασιληάς Βοδουίνος της Φλάνδρας. Το 1246 ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας, Ιωάννης Βατάτζης, εκστρατεύει κατά των Βουλγάρων. Έρχεται στους Φιλίππους και συγκαλεί το πολεμικό του συμβούλιο. Ο ίδιος ξαναπερνά από την πόλη το 1252 μ.κ.χ. και συγκροτεί ένα ανώτατο δικαστήριο με σκοπό τη δίκη του Μιχαήλ Παλαιολόγου.
Τον 14ο αιώνα με τους εμφύλιους πολέμους των Ελλήνων βασιλέων και διεκδικητών του θρόνου, αναμίχθηκαν στον εμφύλιο Τούρκοι αλλά και Σέρβοι. Στους Φιλίππους στρατοπέδευσαν το 1327 μ.κ.χ. τα στρατεύματα του Ανδρόνικου Β’ και το 1342 μ.κ.χ. τα στρατεύματα του Ιωάννη Κατακουζηνού. Η τελευταία αναφορά σε εκστρατεία των ιστορικών, που αφορά το όνομα των Φιλίππων, είναι το 1355 μ.κ.χ. όπου εκστρατεύει ο Αυτοκράτορας Ματθαίος Κατακουζηνός κατά των Σέρβων. Οι κάτοικοι της πόλης όμως έχοντας κάποια διένεξη με τον Αυτοκράτορα Ματθαίο Κατακουζηνό, παίρνουν μέρος στη σύλληψή του και τον παραδίνουν στον Σέρβο ηγεμόνα Vojhna.
Κατόπιν έρχονται οι Σελτζούκοι (Τούρκοι) οι οποίοι καταλαμβάνουν τις Σέρρες το 1383 μ.κ.χ., την Χριστούπολη (Καβάλα) το ίδιο έτος και την Θεσ/νίκη το 1387 μ.κ.χ. και εγκαθιδρύουν το Τουρκοκρατικό καθεστώς με διοίκηση και στρατό κατοχής.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ
Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς και πως ερημώθηκαν οι Φίλιπποι. Είναι πολύ πιθανό σύμφωνα με ιστορικούς και αρχαιολόγους η ερήμωση να οφείλεται στα έλη που έφταναν μέχρι τα τείχη της. Το 1546-1549 μ.κ.χ. που επισκέφθηκε την πόλη ο P. Belon, η πόλη ήταν έρημη. Υπήρχαν μόνο πέντε-έξη σπίτια έξω από τα τείχη, στις σημερινές Κρηνίδες. Το όνομα της πόλης εξακολουθεί να αναφέρεται σε Πατριαρχικές Πράξεις και έγγραφα έως τον 18ο αιώνα. Η πόλη είχε πάψει από καιρό να έχει ζωή. Δεν έμεινε παρά μόνο το όνομά της. Ο πρώτος που επισκέφθηκε την ερειπωμένη πόλη ήταν ο Κυριάκος Αγκωνίτης το 1426-1430 μ.κ.χ. Έπειτα από αυτόν ο Ιωάννης Λάσκαρης και έπειτα όπως ήδη αναφέραμε ο P. Belon.
Η επιστημονική έρευνα και μελέτη άρχισε με τις εργασίες των Γάλλων L. Heuzey (αρχαιολόγου) και H. Daumet (αρχιτέκτονα) το 1861. Δίπλα στην ερειπωμένη πόλη των Φιλίππων (σημερινές Κρηνίδες), υπήρχε ένα μικρό χωριό το οποίο κατοικούνταν από Τούρκους στην πλειοψηφία και ονομαζόταν Ραχτζά. Με την απελευθέρωση της Καβάλας το 1913 από τα Ελληνικά στρατεύματα, άρχισε η σταδιακή φυγή του Τουρκικού στοιχείου και επανήλθε η αρχαία ονομασία Κρηνίδες. Με την Μικρασιατική καταστροφή το 1922 οι Κρηνίδες ζωντάνεψαν πληθυσμιακά με την εγκατάσταση των Ποντίων προσφύγων της Μ. Ασίας.
Συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1914 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Ως τότε τα μόνα ορατά μνημεία ήταν τα τείχη (ένα μέρος), η Ακρόπολη και οι πεσσοί της Βασιλικής Β’.
Περισσότερα από 1700 χρόνια η πόλη που ίδρυσαν Έλληνες άποικοι της Θάσου παίζει έναν εξέχοντα ιστορικό και θρησκευτικό ρόλο.

ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΑΝ
Τείχη: Ο περίβολος των τειχών ξεκινούσε από την κορυφή του λόφου, όπου η οχυρή Ακρόπολη, και προχωρώντας στις απότομες κατωφέρειες της νότιας πλαγιάς περιέκλειε στους πρόποδες του λόφου ένα τμήμα της πεδιάδας, η οποία προσφερόταν για κατοίκηση και για ανάπτυξη δημόσιων χώρων. Η αρχαιότερη φάση του περιβόλου ανάγεται στην εποχή του Φιλίππου Β’ και η νεότερη στα χρόνια του Ιουστινιανού Α’ (527-565 μ.κ.χ.). Το τείχος του Φιλίππου Β’, που είναι ορατό στο ανατολικό κυρίως σκέλος και στην ακρόπολη, έχει πάχος 2,30-2,85μ. και είναι χτισμένο από μεγάλες μαρμάρινες πλίνθους κατά το ισοδομικό κυρίως σύστημα. Το συνολικό μήκος της περιμέτρου των τειχών φτάνει τα 3,5χλμ. Το τείχος ενισχύεται κατά διαστήματα από ισχυρούς πύργους. Πύργοι πλαισιώνουν επίσης τις τρεις πύλες που εντόπισαν οι ανασκαφές. Από αυτές οι δύο βρίσκονται στη δυτική πλευρά του τείχους και η τρίτη στην ανατολική. Στο σημερινό επισκέπτη είναι προσιτή μόνο η τελευταία, που ονομάζεται από τους ανασκαφείς συμβατικά πύλη της Νεάπολης, γιατί από αυτήν ξεκινά ο δρόμος που οδηγεί στο λιμάνι της Νεάπολης (σημερινής Καβάλας).
Ακρόπολη: Στην κορυφή του οχυρού λόφου, στην ακρόπολη της αρχαίας πόλης, οδηγεί το μονοπάτι που ξεκινά λίγο βορειότερα από το Μουσείο. Στον περίβολο της ακρόπολης διακρίνονται οι διάφορες οικοδομικές φάσεις των τειχών της αρχαίας πόλης. Το τείχος των βυζαντινών χρόνων είναι θεμελιωμένο πάνω στο αρχαίο τείχος της εποχής του Φιλίππου Β’. Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεσπόζει ένας μεγάλος τετράπλευρος πύργος υστεροβυζαντινών χρόνων. Η είσοδός του βρίσκεται στα βόρεια, σε ύψος 1,50μ. πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, για λόγους ασφαλείας. Χαρακτηριστικά είναι δύο διακοσμητικά θέματα από πλίνθους στις εξωτερικές πλευρές του πύργου: σταυρός στη νότια και ιχθυάκανθα στη δυτική πλευρά. Επιφανειακή κεραμική που έχει βρεθεί στην ακρόπολη των Φιλίππων, βεβαιώνει ότι ο λόφος κατοικούνταν ήδη από την πρώιμη εποχή του σιδήρου. Χαράγματα στο βράχο (σχηματοποιημένοι τροχοί, πλοίο), που χρονολογήθηκαν στον 5ο αι. π.κ.χ.., μαρτυρούν επίσης την παρουσία ζωής στο λόφο πριν από την άφιξη των Θασίων αποίκων.
Η Βασιλική Α’: Μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος στην ανατολική πλευρά, που χρονολογείται στο τέλος του 5ου αι. και διακρίνεται για τη μεγαλοπρέπεια του γλυπτικού διακόσμου (κιονόκρανα, επίκρανα, θωράκια). Χρονολογείται γύρω στα 500 μ.κ.χ.
Η Βασιλική Β’: Στη νότια πλευρά της ρωμαϊκής αγοράς είναι κτισμένος ο βόρειος τοίχος της Βασιλικής Β’. Το οικοδόμημα απομακρύνεται ως προς την αρχιτεκτονική του από τον τύπο της ελληνικής βασιλικής και πλησιάζει τον τύπο της βασιλικής με τρούλο
Το Οκτάγωνο: Ναός Παλαιοχριστιανικός οκταγωνικού τύπου, στην ανατολική πλευρά της Αγοράς, που άρχισε να ανασκάπτεται στη δεκαετία του ’60 από το Στυλιανό Πελεκανίδη, καθηγητή της Βυζαντινής αρχαιολογίας, έφερε στο φως άλλους δύο επάλληλους αρχαιότερους ναούς και καθώς συνεχίζονταν οι ανασκαφές των προκτισμάτων και κοντινών άλλων οικοδομημάτων, άρχισε να γίνεται πλέον λόγος για το συγκρότημα του Οκταγώνου. Γύρω από τον Οκταγωνικό ναό αναπτύσσονται βαπτιστήριο και άλλα προκτίσματα, δημόσιος λουτρώνας, επισκοπικό μέγαρο και αποθήκες. Στο κέντρο του συγκροτήματος διατηρείται μεγάλος τάφος μακεδονικού τύπου της ελληνιστικής εποχής.
Στο χώρο του ναού αρχικά είχε κτισθεί στα μέσα του 4ου αι. ο Ευκτήριος Οίκος του Πορφυρίου. Αμέσως μετά πάνω στα ερείπιά του οικοδομείται τρίκλιτος Βασιλική και τον 5ο αι. το Οκτάγωνο (ορισμένες οικοδομικές φάσεις χρονολογούνται στον 6ο αι.). Σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Απόστολο Παύλο, γεγονός που δείχνει, μαζί με τη θέση του στο κέντρο της πόλης, δίπλα στην αγορά και την ύπαρξη παραπλεύρως του επισκοπείου, ότι ήταν ο καθεδρικός ναός των Φιλιππησίων. Στα προκτίσματα του ναού διακρίνονται, η πρόθεση, το διακονικό, το βαπτιστήριο (φωτιστήριο και κολυμβήθρα), η φιάλη (κρήνη) και άλλα συνήθη στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Στα δυτικά προ του ναού υπήρχε μικρή τρίκλιτη στοά, που οδηγούσε στην κοντινή και βορείως διερχομένη Εγνατία οδό.
Επισκοπείο: Στην ίδια περίπου εποχή με την ανοικοδόμηση του Οκταγώνου, κτίζεται ανατολικά των προκτισμάτων του και το ανεξάρτητο κτιριακό συγκρότημα του επισκοπείου, στο κέντρο του οποίου υπήρχε υπαίθρια κλειστή αυλή. Γύρω απ’αυτήν αναπτύσσονται τετραγωνικά πτέρυγες διαμερισμάτων, από τις οποίες η νότια και η δυτική είχαν και υπερκείμενο όροφο, που χρησίμευε για κατοικία τουεκάστοτε επισκόπου και των άλλων κληρικών. Η ύπαρξη διαμερίσματος, εστιών, πυθώνων, δυο ληνών για το πάτημα σταφυλιών, πολλών και μεγάλων αποθηκών, αιθουσών υποδοχής και συγκεντρώσεων μαρτυρούν για την καλά οργανωμένη εκκλησία των Φιλίππων γύρω από τον Επίσκοπο και το ενδιαφέρον της για τους αναξιοπαθούντες αδελφούς. ’λλωστε η εκκλησία των Φιλίππων πρωτοστατούσε σε έργα ευποιϊας από την εποχή του Αποστόλου Παύλου, όπως και η καθόλου Εκκλησία πρωτοπορούσε στην έμπρακτη εκδήλωση αγάπης και φιλανθρωπίας.
Αγορά: Η Αγορά, το διοικητικό κέντρο των Φιλίππων στη ρωμαϊκή εποχή βρίσκεται στο κέντρο της αρχαίας πόλης ανάμεσα σε δύο μεγάλους παράλληλους πλακόστρωτους δρόμους, από τους οποίους ο βόρειος έχει ταυτιστεί με την αρχαία Εγνατία οδό.
Παλαίστρα: Στα δυτικά της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής Β’ οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει τα ερείπια της παλαίστρας που χρονολογείται στο 2ο αι. μ.κ.χ.
Κτιριακό συγκρότημα (Θέρμες-Λέσχη): Το κτιριακό αυτό συγκρότημα βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της παλαίστρας και της Βασιλικής Β’, κοντά στο νότιο τείχος της πόλης. Είναι μια ορθογώνια οικοδομή, με μνημειακή είσοδο στα βόρεια, που χωρίζεται από μία κεντρική αυλή σε δύο πτέρυγες. Στην ανατολική υπάρχουν αίθουσες συγκεντρώσεων και αναψυχής, ενώ στη δυτική βρίσκονταν τα διαμερίσματα του λουτρού και οι εγκαταστάσεις για τη θέρμανση του νερού. Στην ανατολική ξεχωρίζουν δύο μεγάλες αίθουσες με πισίνες στο κέντρο. Τοδάπεδο της αψιδωτής αίθουσας διακοσμούνταν με ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, τμήματα του οποίου σώζονται στο Μουσείο των Φιλίππων. Στη δυτική πτέρυγα υπήρχε μία αντίχτοιχη μεγάλη αίθουσα με δεξαμενή και κρήνη. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα, που χτίστηκε στα μέσα του 3ου αι. μ.κ.χ., πιστεύεται ότι στην πρώτη φάση του υπήρξε και ιερό των θεών Liber Pater,Libera και Ηρακλή. Η καταστροφή του κτιρίου πιθανότατα σχετίζεται με τις επιδρομές των Γότθων, που χρονολογούνται μετά το 378 μ.κ.χ. Στα ερείπια του εγκαταλειμμένου κτιρίου εγκαταστάθηκαν από τα τέλη του 4ου αι. μ.κ.χ. τοπικά εργαστήρια (π.κ.χ. μεταλλουργίας κ.ά.), η ζωή των οποίων συνεχίστηκε ως τις αρχές του 7ου αι. μ.κ.χ. Στην τελευταία φάση του κτιρίου πρέπει πιθανότατα να χρονολογηθεί και το κυκλικό κτίσμα (καμίνι;) στην εσωτερική αυλή.
Μνημείο του C. Vibius Quartus: Στα ανατολικά όρια του σύγχρονου χωριού των Κρηνίδων σώζεται το μνημείο του Ρωμαίου βετεράνου αξιωματούχου C. Vibius Quartus. Το μνημείο υψωνόταν στη βόρεια παρειά της Ρωμαϊκής Εγνατίας οδού , της οποίας πιθανώς υπήρχε σταθμός στη θέση αυτή αναφερόμενος ως Co Fons (πηγή νερού) στα ρωμαϊκά itineraria. Η πηγή του νερού αυτής της περιοχής, τροφοδοτεί και σήμερα το σύγχρονο χωριό, μαζί με το παρακείμενο έλος, το οποίο αποτελεί τμήμα του μεγάλου έλους της πεδιάδας των Φιλίππων που έχει αποξηρανθεί. Η παρουσία του σύγχρονου δρόμου, που ακολουθεί την πορεία της Εγνατίας οδού, ο γειτονικός λόφος του προϊστορικού οικισμού και το επιβλητικό μνημείο του ρωμαίου στρατιωτικού διατηρούν σημαντικά στοιχεία αυθεντικότητας του αρχαίου ιστορικού τοπίου και του περιβάλλοντος χώρου, παρά τις αλλοιώσεις που η σύγχρονη ζωή έχει επιφέρει. Το ελληνικό τοπωνύμιο της περιοχής «Μεγάλο Λιθάρι», όπως και το τουρκικό «Ντικιλί Τας», που αναφέρονται από το Γάλλο περιηγητή-αρχαιολόγο L. Heuzey, ο οποίος επισκέφθηκε την περιοχή στα 1862, προέρχονται από το τεράστιο σε όγκο μνημείο, που σώθηκε σχεδόν άθικτο από την αρχαιότητα. Οι μοναδικές αλλοιώσεις του μνημείου εμφανίζονται στο κάτω τμήμα του, που είναι φθαρμένο, εξαιτίας της λαϊκής παράδοσης που το συνδέει με τον Μέγα Αλέξανδρο. Το μνημείο ονομαζόταν στην εποχή της τουρκοκρατίας Παχνί του Βουκεφάλα και τη σκόνη από το τριμμένο μάρμαρο του έπιναν οι γυναίκες για να γεννήσουν παιδιά αρσενικά, γερά σαν τον Μέγα Αλέξανδρο.
Προϊστορικός οικισμός Μεγάλο Λιθάρι ή Ντικιλί Τας: Ακολουθώντας το μικρό μονοπάτι δίπλα στο έλος φτάνει κανείς στο λόφο του προϊστορικού οικισμού, η συστηματική ανασκαφική έρευνα του οποίου άρχισε στα 1961 και πραγματοποιείται με κοινό πρόγραμμα συνεργασίας της Αρχαιολογικής Εταιρείας και της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Στο χώρο της ανασκαφής δεν υπάρχουν ακόμα μνημεία επισκέψιμα, όμως ορισμένα αντιπροσωπευτικά ευρήματα των ανασκαφών είναι εκτεθειμένα σε προσωρινή έκθεση στον προθάλαμο του Μουσείου των Φιλίππων. Ειδώλια, αγγεία, εργαλεία και κοσμήματα αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία του πολιτισμού των πρώτων κατοίκων της περιοχής των Φιλίππων από τη μέση νεολιθική εποχή ως το τέλος της εποχής του χαλκού. Η ζωή στον προϊστορικό οικισμό πρέπει να διακόπτεται με το τέλος της εποχής του χαλκού. Στην πρώϊμη εποχή του σιδήρου πρέπει να άρχισε η κατοίκηση της οχυρής Ακρόπολης των Φιλίππων, στην οποία εγκαταστάθηκαν στον 4ο αι. π.κ.χ.. οι Θάσιοι άποικοι των Κρηνίδων και την οποία τείχισε λίγα χρόνια αργότερα ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β’.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χάρτης: http://wikimapia.org

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s