ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΔΜΟΥ

ta-paidia-kai-ta-eggonia-toy-kadmoy

ΙΝΩ: Ήταν η δεύτερη σύζυγος του Αθάμα, βασιλιά του Ορχομενού. Θεωρούνταν γυναίκα έξυπνη και μορφωμένη που ήθελε να έχει λόγο στις βασιλικές υποθέσεις. Απέκτησε από τον Αθάμα τον Μελικέρτη και τον Λέαρχο. Περιφρονούσε τα παιδιά του Αθάμα από τον πρώτο του γάμο, τον Φρίξο και την Έλλη και επεδίωξε να γίνει διάδοχος ο γιος της Λέαρχος.

InoDyonisoΟ Αθάμας περιόρισε την Ινώ στα πλαίσια του γυναικωνίτη, όμως και σε αυτά τα θέματα έδειξε ότι ήταν σπουδαία βασίλισσα. Είχε το χάρισμα του λόγου και μάγευε τους ακροατές της. Παραδίδεται ότι είχε δώσει δικαιώματα στις γυναίκες, όπως την ανατροφή των παιδιών τους, τη συμμετοχή τους σε εμπορικές δραστηριότητες, την οργάνωση μουσικών και ποιητικών εορτών στις οποίες διαγωνίζονταν. Την εποχή της Ινούς έφτασαν οι τρεις Χάριτες στον Ορχομενό και άρχισε η λατρεία τους. Θεωρούνταν κακή μητριά, επειδή συνωμοτούσε, για να εξοντώσει τον Φρίξο. Έπεισε τις γυναίκες της Βοιωτίας να ψήσουν τους σπόρους του σιταριού, πριν τους σπείρουν, με αποτέλεσμα να μην φυτρώσει το σιτάρι. Ο Αθάμας συμβουλεύτηκε το Μαντείο των Δελφών, όμως η Ινώ έπεισε τους Θερπρόπουςπου είχαν σταλεί στο Μαντείο να φέρουν χρησμό που να ζητά τη θυσία του Φρίξου.

Ο Φρίξος σώθηκε στη διάρκεια της θυσίας, διότι η Νεφέλη (ή κατ’ άλλους Άρτεμη), έστειλε ένα χρυσόμαλλο κριάρι πάνω στο οποίο ο Φρίξος και η Έλλη ανέβηκαν και έφυγαν.

Όταν αποκαλύφθηκε η πράξη της, η Ινώ καταδιώχθηκε από τον Αθάμα και ρίχτηκε στη θάλασσα. Η σύγκρουση του Αθάμα και της Ινούς συμβολίζει κατά μία άποψη τη σύγκρουση δύο πολιτισμών, του Μινύου και του Καδμείου, από την οποία προήλθε μια τέλεια σύνθεση: ο Βοιωτικός πολιτισμός.

Σύμφωνα με μια από τις πολλές παραδόσεις που υπήρχαν γι’ αυτήν, η Ινώ ανέθρεψε τον Διόνυσο. Αυτό εξόργισε την Ήρα, η οποία προκάλεσε παραφροσύνη στον Αθάμα και στην Ινώ. Ο Αθάμας πάνω στη μανία του σκότωσε τον Λέαρχο ενώ η Ινώ έριξε τον Μελικέρτη σε ζεματιστό νερό. Όταν συνήλθε, πήρε το πτώμα του γιού της και έφυγε από τη Βοιωτία. Έφτασε έτσι στην Μοχουρίδα Πέτρα κοντά στις Σκιρωνίδες πέτρες και έπεσε στη θάλασσα. Ύστερα από παράκληση της Αφροδίτης προς τον Ποσειδώνα, η Ινώ άλλαξε υπόσταση μετατράπηκε σε θαλάσσια θεότητα και έλαβε το όνομα Λευκοθέα. Θαλάσσιος θεός έγινε και ο γιος της, Μελικέρτης και μαζί με την μητέρα του αποτέλεσαν τους θαλάσσιους θεούς Σωτήρες. Προς τιμή του Παλαίμονα (ή κατ’ άλλους της Ινούς) θεσπίστηκαν από τις Νηρηίδες τα Ίσθμια, τα οποία αργότερα μετατράπηκαν από τον Θησέα σε εορτή του Ιωνίου Ποσειδώνα. Επίσης ο Σίσιφος καθιέρωσε τα Ινώα, ετήσια γιορτή προς τιμή της Ινούς στην Κόρινθο.

Η Ινώ – Λευκοθέα λατρευόταν πάντως σε όλες τις Μεσογειακές ακτές ως προστάτιδα θεά των ναυτικών και ιδιαίτερα στα Μέγαρα και στον Ισθμό της Κορίνθου όπου συνδεόταν στενά με τη λατρεία του Ποσειδώνα. Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τον Μελικέρτη ως αγαθό θαλάσσιο θεό και τον ταύτιζαν με τον Πορτούνο, θεό των λιμανιών. Επίσης, το αρχαιότερο όνομα της Ινούς – Λευκοθέας ήταν Βύνη.

Τέλος τους μύθους γύρω από την Ινώ πραγματεύτηκαν και οι τραγικοί: ο Σοφοκλής συνέθεσε δύο τραγωδίες («Αθάμας», «Φρίξος») και ο Ευριπίδης τα έργα «Ινώ» και «Φρίξος».

Έχουν διασωθεί οι τίτλοι των δραμάτων «Φρίξος» του Αχαιού, «Αθάμας» του Φιλοκλή και, γνωρίζουμε ότι ο Αστυδάμαντας (FTG.777) έγραψε ένα δράμα και ο Ξενοκλής συνέθεσε ένα σατυρικό δράμα βασισμένο σ’ αυτούς τους μύθους.

Η Αυτονόη στην ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Κάδμου, ιδρυτή της Θήβας, και της θεάς Αρμονίας. Ήταν σύζυγος του Αρισταίου και μητέρα του Ακταίωνα και πιθανώς της Μάκριδος.

Η Αυτονόη στην ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του Κάδμου, ιδρυτή της Θήβας, και της θεάς Αρμονίας. Ήταν σύζυγος του Αρισταίου και μητέρα του Ακταίωνα και πιθανώς της Μάκριδος.

ΑΥΤΟΝΟΗ:  Από τον γάμο της με τον Αρισταίο απέκτησε τον Ακταίωνα που ήταν εξαίρετος κυνηγός. Μαζί με την αδελφή της Αγαύη μέσα σε βακχική μανία κατακρεούργησαν τον βασιλιά της Θήβας Πενθέα, γιο της Αγαύης. Μετά από τον πρόωρο θάνατο του γιούς της, η Αυτονόη εγκαταστάθηκε στη Μεγαρίδα, έγινε ιέρεια στηνΕρένειατων Μεγάρων και πέθανε εκεί. Σε μεταγενέστερες εποχές έδειχναν εκεί τον τάφο της. Ο Αρισταίος έφυγε από τη Βοιωτία και εγκαταστάθηκε στη νήσο Σαρδώ.

ΑΚΤΑΙΩΝ:Ήταν περίφημος για την ομορφιά του. Υπήρξε μαθητής του Κενταύρου Χείρωνος από τον οποίο διδάχθηκε την τέχνη του κυνηγού. Είτε διότι καυχήθηκε πως ξεπερνά την Άρτεμη στο κυνήγι είτε διότι την είδε γυμνή να λούζεται στον Κιθαιρώνα σε ένα βράχο που είδε ο Παυσανίας, η Θεά τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και οι πενήντα σκύλοι τον κατασπάραξαν από άγνοια. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές ο Ακταίων βρήκε αυτό τον τραγικό θάνατο: α)επειδή οργίστηκε εναντίον του ο Δίας, όταν αυτός παντρεύτηκε τη Σεμέλη.

β)Επειδή η Άρτεμη ζήλεψε, σύμφωνα με τον Στησίχορο τον Ιμεραίο, την τύχη της Σέμελης, η οποία έγινε μνηστή του Ακταίωνα.

γ)Επειδή τα σκυλιά προσεβλήθησαν από λύσσα, όπως πιστεύει ο Παυσανίας, ο οποίος λέει ότι η ιστορία δεν πρόκειται για μύθο. Στο τέλος οι σκύλοι κατέφυγαν στη σπηλιά του Χείρωνα. Για να καταλαγιάσει τη λύπη τους ο Κένταυρος κατασκεύασε ένα ομοίωμα του Ακταίωνα το οποίο κατεύνασε τη μανία τους.

Ο Απολλόδωρος διέσωσε τα ονόματα των σημαντικότερων σκύλων του: Άλκαινα, Αργώ, Άρκυα, Λυγκεύς, Αινετός, Αλκή, Αμάρυνθος, Σπαρτός, Ώμαργος και Βο(ρ)ρής, Παραστάσεις αυτού βρίσκονται τοποθετημένες στα βουνά, όπως ίσως και το άγαλμα που σώζεται στο Βρετανικό Μουσείο, και έσωζαν τους κυνηγούς από τα κωνικά καύματα των οποίων σύμβολο ήταν πιθανώς ο μύθος. Άλλα ονόματα σκύλων του Ακταίωνα: Αρκάς, Άρπυια, Άσβολος, Αίθων, Βάνος, Γοργώ, (η) Δρομάς, Δρόμιος, Έχιδνα.

Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση μετά το θάνατο του Αρίωνα, το φάντασμα του εμφανιζόταν στον Ορχομενό και τρόμαζε τους κατοίκους. Αυτοί συμβουλεύτηκαν το Μαντείο των Δελφών, για να απαλλαγούν από το φάντασμα του Ακταίωνα. Το Μαντείο απάντησε πως έπρεπε να βρουν τα λείψανα του, να τα ενταφιάσουν και να κατασκευάσουν χάλκινη εικόνα του, την οποία έπρεπε να δέσουν με σίδερο πάνω σε βράχο.

Οι Ορχομένοι ακολούθησαν τις οδηγίες του Μαντείου και κατ’ αυτό τον τρόπο έδιωξαν το φάντασμα. Ο Παυσανίας λέει ότι είδε στον Ορχομενό το άγαλμα του Ακταίωνα δεμένο πάνω σε βράχο του Ακοντίου.  Έκτοτε οι Ορχομένιοι κάθε χρόνο προσέφεραν θυσίες στον Ακταίωνα. Ακόμη και στα χρόνια του Παυσανία οι Ορχομένιοι απέδιδαν ηρωικές τιμές στον Ακταίωνα. Η λατρεία του ήρωα δεν περιοριζόταν όμως στον Ορχομενό, αλλά επεκτάθηκε και νοτιότερα. Έτσι, το 479π.Χ.ο αθηναίος στρατηγός Αριστείδης, πριν από τη μάχη των Πλαταιών έλαβε χρησμό σύμφωνα με τον οποίο θα νικούσε τον Μαρδόνιο, εάν θυσίαζε εγκαίρως στον Ακταίωνα και άλλες τοπικές Θεότητες. Η εντολή αυτή συνδέεται με τη λατρεία του Ακταίωνα στις Πλαταιές.

Στις εντολές που έδωσαν οι Δελφοί στους Ορχομένιους, για να απαλλαγούν από τα φάντασμα του Ακταίωνα, εντοπίζουμε την πίστη πως όσο ο νεκρός δεν είναι θαμμένος, βρικολακιάζει και τριγυρίζει στο γήινο πεδίο, χωρίς να βρίσκει ησυχία. Στο κάρφωμα της εικόνας του Ακταίονα έχουμε ένα είδος ομοιοπαθητικής μαγείας γνωστής και από τους νεοελληνικούς καταδέσμους, δένοντας το ομοίωμα κάποιος δένει την ίδια στιγμή το αντίστοιχο πρόσωπο.

Ο μύθος του Ακταίωνα ενέπνευσε ποιητές και καλλιτέχνες. Τραγωδίες γι’ αυτόν συνέθεσαν οι Αθηναίοι τραγικοί ποιητές, Φρύνιχος, Κλεοφών και ο Ιοφών, ο γιος του Σοφοκλή. Επίσης, και ο Αισχύλος πραγματεύεται το θέμα αυτό στην τραγωδία του «Τοξότιδες». Από τους αρχαίους καλλιτέχνες ο Πολύγνωτος ζωγράφισε τον Ακταίωνα και τη μητέρα του Αυτονόη να κάθονται κοντά στη Μοίρα πάνω σε ένα δέρμα ελαφιού και να κρατούν στα χέρια τους ένα νεογέννητο ελάφι.

Επίσης:

α)στη μετόπη του ναού του Σελινούντος και σε αγγεία (π.χ σε κρατήρα από την Ετρουρία, σε αμφορείς από τη Νώλα και την Απουλία) απεικονίζεται ο θάνατος του Ακταίωνα.

β)στην σαρκοφάγο του Λούβρου (η οποία βρισκόταν στη βίλα Μποργκέζε στην Ιταλία), τη γνωστή σήμερα σαρκοφάγο του Ακταίωνα διασώζονται ωραιότατες παραστάσεις από το μύθο του ήρωα.

 

γ)σε νόμισμα των Ορχομενίων εικονίζεται στη μια όψη ο Ακταίων και στην άλλη η Άρτεμη οπλισμένη με τόξο.

ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ: Διαδέχτηκε τον πατέρα του στο Θηβαϊκό θρόνο, όταν ο Κάδμος αναχώρησε από τη Θήβα.

Φημολογούνταν ότι και ο Πολύδωρος είχε ένα τέλος ανάλογο με αυτό του Πενθέα, διότι και αυτός είχε εναντιωθεί στη λατρεία του Διονύσου. Παντρεύτηκε τη Νυκτηίδα, κόρη του Νυκτέα, γιού του Σπαρτού Χθονίου, και απέκτησε τον Λάβδακο. Στο διάστημα της βασιλείας του Πολύδωρου ίσως συμμετείχε και ο εγγονός του Κάδμου Πενθέας. Η βασιλεία του Πολύδωρου θεωρείται μακρά και καλή, αφού η ευνομία και ευδαιμονία που είχαν δημιουργηθεί από τον Κάδμο συνέχισαν τη θαυμάσια πορεία τους. Πεθαίνοντας ο Πολύδωρος ανέθεσε την κηδεμονία του ανηλίκου γιου του στον Νυκτέα τον πεθερό του. Όταν όμως ο Νυκτέας αυτοκτόνησε (ή πέθανε από τα τραύματα του) άφησε την κηδεμονία στον αδελφό του τον Λύκο. Αυτός ανέλαβε και τη βασιλική εξουσία την οποία παρέδωσε στον Λάβδακο, όταν αυτός ενηλικιώθηκε.

ΑΓΑΥΗ: Παντρεύτηκε τον Σπαρτό Εχίονα και απέκτησε τον Πενθέα. Η Αγαύη μισούσε την Σεμέλη για τη σχέση της με τον Δία και υποστήριζε ότι αυτή κατακεραυνώθηκε από τον Δία, επειδή ισχυρίστηκε ψευδώς πως το παιδί της ήταν του Δία και όχι του θνητού εραστή της. Αργότερα ο Διόνυσος την τιμώρησε σκληρά. Μετάδωσε σ’ αυτή και τις άλλες γυναίκες της Θήβας τη μανία των Βακχικών μυστηρίων. Ο γιος της Πενθέας, όπως κι άλλοι βασιλείς σε άλλους τόπους, εναντιώθηκε στη νέα λατρεία και διέταξε να συλληφθεί και να φυλακιστεί ο Διόνυσος. Ο Διόνυσος όχι μόνο βγήκε από τη φυλακή, αλλά και παραπλάνησε τον βασιλιά, τον οδήγησε έξω από την πόλη, δήθεν για να τον διευκολύνει να κατασκοπεύσει τις εκστασιακές λειτουργίες των μαινάδων και εκεί τον άφησε να πέσει στα χέρια τους. Τότε οι μαινάδες με αρχηγό τους την Αγαύη και τις αδελφές της Ινώ και Αυτονόη διαμέλισαν τον Πενθέα, νομίζοντας πάνω στην έκσταση τους πως επρόκειτο για κάποιο αγρίμι. Μάλιστα η ίδια η Αγαύη εισήλθε στη Θήβα θριαμβευτικά κρατώντας στα χέρια της το κεφάλι του γιού της. Αργότερα η Αγαύη παντρεύτηκε τον Λυκοθέρση βασιλιά της Ιλλυρίας στην αυλή του οποίου είχε καταφύγει μετά τον φόνο του Πενθέα. Όταν άκουσε πως οι γονείς της ήταν επικεφαλής των Εγχελέων στην χώρα των οποίων είχαν εγκατασταθεί, δολοφόνησε τον Λυκοθέρση και έδωσε το βασίλειο του στον Κάδμο.

Πάνω σε νόμισμα της πόλεως Αμάστριος εικονίζεται η Αγαύη να κρατά το κεφάλι του Πενθέα. Ο Ευρυπίδης συνέθεσε την τραγωδία «Βάκχες» που βασίζεται στον μύθο της Αγαύης και του Πενθέα.

Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΒΑΚΧΑΙ

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

1)Διόνυσος: Θεός, με μορφή θνητή.

2)Χορός: Γυναίκες ακόλουθες του Διονύσου

3)Τειρεσίας: Ο μάντης

4)Κάδμος: Ο ιδρυτής της Θήβας, ο οποίος είχε παραδώσει το θρόνο στον εγγονό του.

5)Πενθέας: Εγγονός του Κάδμου από την κόρη του Αγαύη.

6)Θεράπων (υπηρέτης): Άνθρωπος του Πενθέα.

7)Άγγελος Α: Βοσκός από τα μέρη του Κιθαιρώνα.

8)Άγγελος Β: Ακόλουθος του Πενθέα.

9)Αγαύη: Κόρη του Κάδμου, μητέρα του Πενθέα.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

dionysus-god-of-wine

                             Διόνυσος – Ο Θεός των αμπελιών και του κρασιού .

Ο Θεός Διόνυσος μιλά για την καταγωγή του και λέει πως έχει εμφυσήσει βακχική μανία στις γυναίκες της Θήβας και πως θεωρεί τον Πενθέα υπεύθυνο για την περιφρόνηση της λατρείας του. Στη συνέχεια ο μάντης Τειρεσίας προειδοποιεί τον Πενθέα ότι η διονυσιακή λατρεία θα εδραιωθεί σ’ όλη την Ελλάδα και ότι θα πρέπει να αλλάξει στάση. Ο Κάδμος δίνει παρόμοιες συμβουλές στον Πενθέα, ο οποίος όμως διστάζει να συλληφθεί ο Διόνυσος. Στη συνέχεια έρχεται ένας αγγελιοφόρος που περιγράφει τις τελετουργίες των Θηβαίων μαινάδων και συνιστά στον Πενθέα να δεχτεί τη Διονυσιακή λατρεία. Ο Πενθέας κηρύσσει επιστράτευση κατά των Βακχών και ο Διόνυσος, ο οποίος οδηγήθηκε σιδεροδέσμιος μπροστά του, προσπαθεί να τον μεταπείσει, αλλά μάταια. Ο Πενθέας ντυμένος με βακχική στολή φεύγει για τον Κιθαιρώνα, όπου βρίσκει φρικτό θάνατο από τις μαινάδες. Στη συνέχεια εμφανίζεται η Αγαύη κρατώντας στην αγκαλιά της το κεφάλι του γιού της. Ακολουθεί ο θρήνος του Κάδμου και τέλος ο Διόνυσος εξαγγέλλει την τύχη του Κάδμου της Αγαύης και των αδελφών της. Πατέρας και κόρη αποχαιρετιούνται και φεύγουν για να οδηγηθεί στην εξορία η Αγαύη.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Οι Βάκχες είναι το τελευταίο έργο του Ευριπίδη και είναι το μόνο διασωθέν με υπόθεση διονυσιακής λατρείας.

Είναι έργο: -έξοχα εμπνευσμένο. -τέλεια επεξεργασμένο στη σύνθεση. -με τραγικά πρόσωπα περίτεχνα.

-με τέλεια έκφραση ταιριαστή με τον Ειρηνισμό και τον Δαιμονισμό του.

Το θέμα της τραγωδίας αυτής είναι «αρχέτυπο»: ο διονυσιασμός ταυτίζεται με τη ζωική ορμή, που δεν χάνει τους στόχους της μέσα στις αντιξοότητες από την άλλη πλευρά, ο κοινωνικός βίος, διαφοροποιεί τις συνθήκες, φέρνει νέα οργάνωση και θέλει να επιβάλει αντίστοιχες συμπεριφορές.

Διάφοροι μελετητές, ανάλογα με το πνεύμα της εποχής τους και της σχολής τους, υποστήριξαν ότι το έργο:

-εκφράζει το λογικό ενάντια στο πάθος.-εκφράζει τη χαρά του φυσικού και τη δύναμη της εκστάσεως.

-ότι υπερμάχεται του ενστίκτου και της γνησιότητας του ενάντια στη νόηση.-ότι δείχνει τις αναστολές που αντιδρούν στο νέο και τις καταστροφές που προκαλεί αυτό στους αρνητές του.

-ότι εκθέτει τη δυαρχία του Ειρηνισμού και του Δαιμονισμού, που είναι εξίσου σύμφυτα.-ότι εμβαθύνει στη σύγκρουση της μη διδακτής (φυσικής) ηθικής προς τη διδαγμένη κοινωνική ηθική.

Οι «Βάκχες» είναι ένα δράμα με πολυσημία, όπου ο Ευριπίδης προσπαθεί να συλλάβει τις ασάφειες και αντιφάσεις που παρατηρούνται σε διαφορετικά πεδία: το υπαρξιακό, το ψυχολογικό, το κοινωνικό, το θεολογικό, το οντολογικό και το πολιτισμικό. Το έργο επίσης πραγματεύεται θέματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο φύλων και τα εξής ζεύγη:

α) εσωτερικός / εξωτερικός

β) ορατός / αόρατος

γ) τυραννία / αναγνώριση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων

δ) λογική / ένστικτο

ε) ηθική / ανηθικότητα

στ) τάξη / αταξία

ζ) πραγματικό / ιδεατό

η) μόνος / φύση.

Όσον αφορά το τελευταίο ζεύγος ο Ευριπίδης σε όλα τα έργα του μελετούσε τα άγνωστα κίνητρα της συμπεριφοράς και το τι ορίζει ο άνθρωπος «Νόμω» και πως ο άνθρωπος ορίζεται «Φύσει». Επίσης, παρουσίαζε στα έργα του πως τα όσα επιβάλλονται «Νόμω» τα ανατρέπει η Φύση αλλά και ότι ο Νόμος εκδιώκει όσα αποχαλινώνονται «Φύσεις».

Μερικοί υποστηρίζουν ότι ο Ευριπίδης είναι ορθολογιστής, ενώ άλλοι ότι είναι «παράλογος». Ο Ευριπίδης έχει και τις δύο ιδιότητες, όπως ακριβώς ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι. Ο Ευριπίδης παρουσιάζει την αντιφατικότητα του ορθολογισμού και της ανθρώπινης προσπάθειας για έλεγχο. Ο ορθολογισμός δηλώνει ότι θα προσφέρει ελευθερία, ωστόσο υποδουλώνει τον άνθρωπο στους κοινωνικούς κανόνες, καταπνίγει ό,τι επιχειρεί να χειραφετήσει και μπορεί να καταστεί μια μορφή βαρβαρότητας. Στις Βάκχες ο Ευριπίδης δραματοποιεί τα όρια ανάμεσα στην κοινωνική τάξη και την αγριότητα και την αντίθεση ανάμεσα στην φύση και το νόμο της πολιτείας. Ως δράμα που πραγματεύεται τις ιδιαίτερες δυνάμεις της ανθρώπινης φύσεως και του φυσικού κόσμου σε σχέση με την οργανωμένη κοινωνία οι Βάκχες συνιστούν μετριοπάθεια και προτείνουν μια εξισορροπητική λύση. Ο Ευριπίδης αποδέχεται την αναγκαιότητα του κοινωνικού ελέγχου για να διατηρηθεί ο πολιτισμός, όμως επισημαίνει και τον κίνδυνο που ελλοχεύει.

Ο Διονυσιασμός είναι ένα φαινόμενο αέναο και ασυγκράτητο και στο βάθος του κρύβεται το τμήμα της ανθρώπινης ψυχής που ανταποκρίνεται στη Φύση, γι’ αυτό είναι αναγκαίο και να αναγνωριστεί και να δρα στις ανθρώπινες ψυχές αλλά και στους πολιτισμούς. Ο Διόνυσος δεν είναι εκφραστής του βάρβαρου ή απολίτιστου ή προπολιτισμένου σταδίου, αλλά μέρος της ανθρώπινης μοίρας, η Ανάγκη, οι απροσπέλαστοι από τον ανθρώπινο νου νόμοι της φύσεως. Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη μας καλούν να εκτιμήσουμε τον μαγευτικό κόσμο του Διονύσου, όμως συγχρόνως μας συμβουλεύουν να ρυθμίσουμε το βίο μας με γνώμονα τη λογική. Ο Ευριπίδης, αν και άσκησε κριτική στον αυστηρό ορθολογισμό και τους τρόπους με τους οποίους δημιουργούνται οι κοινωνικοί κανόνες, δεν απορρίπτει την ανάγκη να υπάρχει ευταξία, διαύγεια και πολιτισμός.

slide_1Ο Ευριπίδης συνέθεσε την τραγωδία στα γεράματα του, γι’ αυτό ορισμένοι εντοπίζουν στις «Βάκχες» τον κουρασμένο σκεπτικισμό του και την παράδοση του στον μυστικισμό, ενώ άλλοι ανακαλύπτουν τα διδακτικά συμπεράσματα της ανεκτικής του σοφίας, ότι δηλαδή η ζωή ασχημίζει, όταν κάποιος υπερβαίνει το μέτρο.

Επίσης, ο Ευριπίδης στις Βάκχες υποστηρίζει τη θέση ότι οι αμύητοι δεν πρέπει να γνωρίζουν της ιεροπραξίες, οι οποίες μόνο στο χώρο τους και με τους μυημένους λαμβάνουν τη διάσταση και την αξία που τους ανήκει. Από ένα σημείο και μετά, αντλούμε κάποιες γνώσεις για κάποιο από τα τεκταινόμενα στα Διονυσιακά μυστήρια.

Τα στοιχεία αυτά είναι:

α) Υπήρξαν αποκλειστικά γυναικείες λειτουργείς (Αυτό ανατρέπει τον ισχυρισμό ότι οι αρχαίες ελληνίδες ήταν κλεισμένες σε γυναικωνίτη).

β) Οι τελετουργίες γίνονταν σε επιλεγμένες τοποθεσίες κατάλληλες για μυσταγωγία.

γ) Κάποιες τοποθεσίες, κυρίως δάση χρησιμοποιούνταν ως υπαίθριοι Ναοί.

δ) Δημιουργούνταν απόλυτη έκσταση.

ε) Απαγορευόταν η είσοδος στους αμύητους.

Με τον συμβολισμό του φρικτού θανάτου του Πενθέα ο οποίος αντιπροσωπεύει την ζωώδη ψυχή με τα κατώτερα ένστικτα, ο Μύστης – ποιητής Ευριπίδης μας διδάσκει ότι κανείς δεν γίνεται κοινωνός Μυστηρίων, αν δεν προηγηθεί ψυχική και πνευματική κάθαρση. Επιπλέον, εκφράζει την προσωπική του άποψη ότι η πνευματική δύναμη και η γνώση νικούν την αμάθεια και δαμάζουν τα κατώτερα ένστικτα.

Αξιοσημείωτη είναι ακόμη μια ερμηνεία από τον Παντελή Κοντογιάννη: Ο Μύστης – Ποιητής διαισθάνεται πως κάποια στιγμή στο μέλλον λαίλαπα θα πλήξει τα Μυστήρια, την Πατρώα θρησκεία των Ελλήνων και συνεπώς ολόκληρη την δύναμη της Ελλάδας, του Διονύσου, ο Μύστης – Ποιητής προτρέπει τους Έλληνες να διατηρήσουν, πάση θυσία την πνευματική του κληρονομιά. Στο τέλος του έργου, οι επιζήσαντες ήρωες οδηγούνται στην εξορία. Ο συμβολισμός είναι ο εξής: Η χώρα που θα εγκαταλείψει τις παραδόσεις της και θα απαρνηθεί τις πολιτιστικές της ρίζες θα πάψει να ζει ως ισχυρή οντότητα. Απλώς θα υπάρχει και οι πολίτες της θα έχουν έναν βίο χωρίς νόημα και ταυτότητα.

Καθαρά λοιπόν φαίνεται σήμερα η διαχρονικότητα όλων των σκέψεων του Ευριπίδη για την ανθρώπινη ζωή αλλά και η διορατικότητα των Μυστών, και συγκεκριμένα του Ευριπίδη, για την επερχόμενη «νέα τάξη πραγμάτων». Δυστυχώς οι φόβοι τους επαληθεύτηκαν, όμως η αφύπνιση πολλών Ελλήνων, με στόχο την επανελλήνιση της χώρας, επιτρέπει κάποια αισιοδοξία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)Εγκυκλοπαίδεια της αρχαίας Βοιωτίας της Τ. Τσάκου – Κονβερτίνα.2)Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου του Γ. Λάμψα.3)Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας του Α.Γ. Ραγκαβή.4)Ελληνική Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών.5)Ιστορία της Θήβας και της Βοιωτίας του Γ. Τσεβά.6)Ευριπίδου Βάκχαι Εκδόσεις Ζήτρος.7)Ευριπίδου Βάκχαι Εκδόσεις Επικαιρότητα8)Περιοδικό. Φιλολογική της Πανελλήνιας Ενώσεως Φιλολόγων.Τεύχος 86: Ελένης Μπολιάκη «Οι Βάκχες του Ευριπίδη: Νόμος ή Φύση;

9)Περιοδικό Ιχώρ Τεύχος 112.Παντελή Κοντογιάννη: «Βάκχες» ο αποσυμβολισμός.

10)Λεξικόν Κυρίων Ονομάτων του Ανέστη Κωνσταντινίδη.

ΣΕΜΕΛΗ: Από όλα τα παιδιά του Κάδμου ήταν η αγαπημένη των Θεών και ζούσε τον περισσότερο καιρό στον Όλυμπο. Την ερωτεύτηκε ο Δίας και έμεινε έγκυος από αυτόν. Όταν το πληροφορήθηκε η Ήρα πήρε την μορφή της τροφού της Βερόης και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να παρουσιαστεί με όλη του την λαμπρότητα. Όταν ο Δίας εμφανίστηκε ανάμεσα σε αστραπές και κεραυνούς η Σεμέλη πέθανε, αλλά το παιδί σώθηκε ως εξής: ο Ζεύς το έκρυψε στον μηρό του μέχρι να συμπληρωθούν οι ημέρες για την γέννηση του. Ο γιος της, που ήταν Θεός κατέβηκε στον Άδη από την Αλκυονία λίμνη στην Αργολίδα και τη θεοποίησε με το όνομα Θυώνη, αφού τη μετέφερε στον Όλυμπο.

Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΜΕΛΗΣ, ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...ΠΟΛΛΟΙ ΤΟΠΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ, ΕΝΩ ΠΟΛΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ...

Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ, ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΜΕΛΗΣ, ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ…ΠΟΛΛΟΙ ΤΟΠΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ, ΕΝΩ ΠΟΛΛΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ …

Κατ’ άλλους, η Σεμέλη γέννησε κρυφά και όταν το έμαθε ο Κάδμος, έκλεισε αυτή και το βρέφος σε ένα κιβώτιο και τους έριξε στη θάλασσα. Η θάλασσα εξέβρασε το κιβώτιο σε κάποιο ακρωτήριο της Λακωνίας κοντά σε μια πόλη ονομαζόταν Βρασιαί. Όταν άνοιξαν οι Βρασιάτες το κιβώτιο βρήκαν τη Σεμέλη νεκρή, αλλά το βρέφος ζωντανό. Έθαψαν την Σεμέλη με τιμές και ανέθρεψαν το βρέφος. Τότε έφτασε εκεί η Ινώ, η αδελφή της Σεμέλης και ανέθρεψε το βρέφος κρυφά σ’ ένα άντρο. Από τότε και στο εξής οι Βρασιάτες ονόμαζαν την πεδιάδα γύρω από το άντρο κήπο του Διονύσου.

Σύμφωνα με την παράδοση, μαζί με τον κεραυνό που χτύπησε την Σεμέλη μέσα στον θάλαμο της, έπεσε από τον ουρανό κι ένα κομμάτι ξύλο το οποίο ο Πολύδωρος στόλισε με χαλκό και το ονόμασε Διόνυσο Κάδμο. Το ουρανοπετές κομμάτι του ξύλου δεν φαίνεται από την έκφραση του Παυσανία πως το είδε ο ίδιος ή πως υπήρχε επί των ημερών του, ίσως όμως παλαιότερα υπήρχε στο θάλαμο της Σεμέλης και ήταν άμορφη εικόνα του θεού ή κομμάτι ξύλου ντυμένο με χάλκινα ελάσματα ή ξύλινο στρογγυλό δοκάρι ή ξύλινος στύλος διακοσμημένος με μάσκα του θεού στο πάνω μέρος, όπως φαίνεται σε αγγειογραφίες. Αυτή η άμορφη παράσταση του Διονύσου θεωρούνταν ιερότερη από το άγαλμα που κατασκεύασε ο Ονασιμήδης.

Στην Καδμεία, την οποία ο Παυσανίας ονομάζει ακρόπολη, οι Θηβαίοι του έδειξαν τα ερείπια των θαλάμων της Αρμονίας και της Σεμέλης. Τα ερείπια αυτά κατελάμβαναν μικρό χώρο της αγοράς. Ο θάλαμος της Σεμέλης ήταν περιφραγμένος, επειδή θεωρούνταν άβατος. Επίσης, ο Παυσανίας αναφέρει ότι στο ναό του Λυσίου Διονύσου κάπου έξω από την Καδμεία υπήρχε άγαλμα της Σεμέλης και ότι υπήρχε ο τάφος της.

Άλλες ονομασίας της Σεμέλης είναι οι ακόλουθες:

Α)Θυώ>Θυώνη: Η Θυώνη είναι η γυναίκα/μητέρα που θυσιάστηκε ως θνητή, για να κερδίσει την αθανασία και την αποθέωση της στον Όλυμπο.

Β) Εγχείω(γεμίζω, πληρώ)>Εγχώ: Αυτή που έχει γεμίσει που έχει πληρωθεί εντός της.

Γ)Υει (βρέχει) >Υη: Η Σεμέλη ως θεά συνδέεται με την υγρασία και το νερό της βροχής.

Σύμφωνα με την Β. Καραγιάννη (περιοδικό Ιχώρ) η Σεμέλη είναι μια Φεγγαροθεά. Ένα κοινό στοιχείο σε όλες τις Φεγγαροθεές είναι ότι παρουσιάζονται συχνά με δηλωτικά ονόματα φωτός (π.χ. Σεμέλη ερατοπλόκαμος: το επίθετο είναι συγκεκαλυμμένη ονομασία για σιερά αστρικών φωτοχυσιών κι ακτινοβολιών). Ένα άλλο είναι ότι συνδέονται με το υγρό στοιχείο, την βλάστηση, την ανανέωση της ζωής, την δημιουργία. Τα ονόματα/ιδιότητες της Σεμέλης συνδέονται με τις τέσσερις φάσεις της Σελήνης ως εξής:

α)Υη είναι αυτή που σαλεύει είναι μια «αδύνατη» Σελήνη ίσως στο πρώτο ή στο τελευταίο της τέταρτο.

β)Θυώνη είναι η Σελήνη μετά το χάσιμο της και με την επιστροφή της από τον Άδη στον Ουρανό.

γ)’Εγχώ είναι η πλήρης, γεμάτη Σελήνη, η Πανσέληνος.

Τέλος, η φύση όλων των θεών αναλύεται σε ζεύγη όπου έχουμε αρσενικές και θηλυκές ιδιότητες.

Οι θηλυκές φεγγαροθεές παραχωρούν τη θέση τους σε αρσενικούς διαδόχους Φεγγαροθεούς που θα πρέπει να αναγεννηθούν μέσω ενός αρσενικού Ηλιακού θεού, για να επιστρέψουν στον κόσμο ως άξιες διάδοχοι του Πατέρα Θεού που έχει πάρει την θέση της Μητέρας Θεάς (Σεμέλη – Δίας – Διόνυσος).

Ορφικός ύμνος στην Σέμελη

Κικλήσκωκούρην Καδμηίδα παμβασίλειαν, ευειδή Σεμέλην, ερατοπλόκαμον, βαθύκολπον, μητέρα θυρσοφόροιοΔιωνύσουπολυγηθούς, η μεγάλαςωδίναςελάσσατοπυρφόρωιαυγήι αθανάτου φλεχθείσα Διός βουλαίαςΚρονίοιο τιμάς τευξαμένη παρ’ αγαυής Περσεφονείης εν θνητοίσιβροτοίσιν ανά τριετηρίδας ώρας, ηνίκα σου Βάκχου γονίμηνωδίνατελώσινευίερον τε τράπεζανιδέ μυστήρια θ’  αγνάνυν σε, θεά, λίτομαι, κούρηΚαδμηίς, άνασσα, πρηύνοονκαλέωναιείμύσταισινυπάρχειν

Νεοελληνική απόδοση

Την κόρη του Κάδμου επικαλούμαι, την βασίλισσα των πάντων, των ωραία Σεμέλη με τους αξιέραστους πλοκάμους, την βαθύστερνη (βαθύκολπος), την μητέρα του Διονύσου, που κρατεί θύρσον και παρέχει μεγάλη ευθυμία, η οποία υπέφερε μεγάλες ωδίνες την αυγή που φέρνει το φως, όταν τυλίχθηκε στις φλόγες σύμφωνα με τις βουλές του αθανάτου Κρονίου Διός και έτυχε τιμές από την ονομαστή Πεσρεφόνη μεταξύ των θνητών ανθρώπων κατά τριετία όταν τελούν (εορτάζουν) τη γέννηση του δικού σου Βάκχου και την ιερή τράπεζα και τα αγνά μυστήρια. Τώρα, θεά, σε ικετεύω, κόρη του Κάδμου και σε καλώ να έχεις πάντοτε καλή διάθεση προς τους μυημένους.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Οκτώ Διονύσους αναφέρει η ελληνική παράδοση: ο πρώτος ήταν γιος του Διός και της Περσεφόνης, ο δεύτερος ήταν γιος του Νείλου ή γιος του Διός και της Ιούς (της κόρης του Ινάχου), ο τρίτος του Καπρίου, ο τέταρτος του Διός και Σελήνης, ο πέμπτος του Νύσου και της Θιώνης, ο έκτος του Άμμωνος και της Αμάλθειας (κατ’ άλλους αυτός ήταν ο πρώτος), ο έβδομος ήταν γιος του Διός και της Δήμητρας και ο όγδοος ήταν γιος του Διός και της Σεμέλης. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Θηβαίος Διόνυσος ήταν τρίτος, ο οποίος ταξίδεψε σε όλη την οικουμένη ζηλεύοντας την δόξα των προηγούμενων. Αυτός είναι ο επιφανέστερος όλων και σε αυτόν απέδωσαν τις πράξεις των προηγούμενων. Μια εκδοχή θεωρεί τον Διόνυσο απλά ημίθεο και θνητό που πεθαίνει και ενταφιάζεται. Υπήρχε ο τάφος του στους Δελφούς κοντά στο χρυσό άγαλμα του Απόλλωνος. Ωστόσο, ο Διόνυσος ξαναγεννιόταν κάθε χρόνο, όπως η Περσεφόνη, γιατί αντιπροσώπευε την αδιάκοπη ανανέωση της φύσεως. Η επικρατέστερη εκδοχή τον θέλει θεό των αμπελιών, του κρασιού, των γονιμοποιών δυνάμεων και της οργιαστικής φύσεως. Το όνομα του προέρχεται από το Διός νύσος (αγόρι του Διός) ή από το Δίας και Νύσα, το βουνό όπου ανατράφηκε.

Η μητέρα του Σεμέλη, πέθανε προτού τον γεννήσει, όταν κάηκε από τους κεραυνούς του Διός. Μετά τις φλόγες εμφανίστηκε κισσός που σκέπασε το ανάκτορο, για να προστατεύσει το κυοφορούμενο έμβρυο. Από τότε ο κισσός κατέστη σύμβολο αθανασίας και ιερό φυτό του Διονύσου. Κατά άλλη άποψη, η Σεμέλη γέννησε πρόωρα από τον φόβο της και πέθανε κατά τον τοκετό. Μέχρι να συμπληρωθεί ο χρόνος της εγκυμοσύνης, ο Διόνυσος έμεινε στον μηρό του Διός. Τότε ο Δίας έκοψε τα ράμματα και ο Διόνυσος γεννήθηκε για δεύτερη φορά. Ο Δίας φοβούμενος την οργή της Ήρας θέλησε να προστατεύσει τον γιό του και αρχικά ανέθεσε την ανατροφή του Διονύσου στην Ινώ. Η Ινώ, η αδελφή της Σεμέλης, τον παρέλαβε από τον Δία με την εντολή να τον αναθρέψουν σαν να ήταν κορίτσι. Αυτή τότε θήλαζε παράλληλα τον δικό της γιο, τον Μελικέρτη, και τον Διόνυσο. Η Ήρα, για να εκδικηθεί την Ινώ και τον Αθάμα τους έστειλε τέτοια μανία, ώστε σκότωσαν τα παιδιά τους. Για να γλυτώσει τον Διόνυσο ο Δίας τον μεταμόρφωσε σε κατσίκι και τον παρέδωσε στον Ερμή. Αυτός τον παρέδωσε στις Νυσαίες Νύμφες ή σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στον Κένταυρο Χείρωνα.

Σε μεταγενέστερες εποχές σε πολλές ορεινές περιοχές οι άνθρωποι ισχυρίζονταν πως εκεί ανατράφηκε ο Διόνυσος: στην Βοιωτία, στην Θεσσαλία, στην Μακεδονία, στην Θράκη, στην Εύβοια, στην Νάξο, στην Λιβύη, στην Αίγυπτο, στην Αιθυοπία, στην Καρία, στην Λυδία, στην Κιλικία, στην Αραβία, στην Σκυθία, στην Ινδία.

Σύμφωνα με άλλες απόψεις τον Διόνυσο ανέθρεψαν:

Α)ηΜάκρις, κόρη του Αρισταίου στο όρος Νύσα της Εύβοιας. Από εκεί την κατεδίωξε η Ήρα και αυτή κατέφυγε στο νησί των Φαιάκων. Εκεί ανέθρεψε τον Διόνυσο σε δίθυρο σπήλαιο, γι’ αυτό ο Διόνυσος ονομάστηκε Διθύραμβος.

Β)οι αδελφές της Σεμέλης Αγαύη και Αυτονόη.

Γ)οι νύμφες Κλεΐς, Κορωνίς, Φιλία, Κλύδη, Ίππα, Βρόμη &Βάκχη από την οποία ονομάστηκε ο Διόνυσος Βάκχος.

Δ)οι Ώρες

Οι Βοιωτοί υποστήριζαν ότι γεννήθηκε και ανατράφηκε στην Βοιωτία και ότι τον έλουσαν οι τροφοί του στην πηγή Κισσούσα ή Τλφούσα.

Οι κάτοικοι της Πάτρας ισχυρίζονται ότι ανατράφηκε στην Αχαΐα και ότι κινδύνευσε πολύ, επειδή τον κατέτρεχαν οι Σάτυροι.

Ο Διόνυσος μεγάλωσε σε ένα σπήλαιο σκεπασμένο με κλήματα των οποίων τους καρπούς δοκίμασε. Τότε μεθούσε από τον χυμό του και προσέφερε λίγο από αυτόν στις Νύμφες, στους δαίμονες των δασών και στους βοσκούς που βρέθηκαν κοντά. Τότε κυριεύτηκαν όλοι από χαρά και ο Διόνυσος όρμησε έξω στεφανωμένος με χλωρά φύλλα κισσού και δάφνες κρατώντας τον θύρσο. Έτσι άρχισε την περιοδεία του στον κόσμο, για να διδάξει την καλλιέργεια του αμπελιού και την παραγωγή κρασιού. Χρησιμοποιούσε άρμα το οποίο έσερναν πάνθηρες και ήταν στολισμένο με κληματίδες και κισσό. Συνοδοί του ήταν: Νύμφες, Σάτυροι και Σειληνοί. Σύμφωνα με μια παράδοση ο Σειληνός δίδαξε στον Διόνυσο την τέχνη του αυλού. Όλοι κρατούσαν θύρσους και δαδιά, φώναζαν δυνατά, χτυπούσαν τύμπανα και κύμβαλα ή έπαιζαν σύριγγες (Διόνυσος Βάκχος, Βακχεύς, Βρόμιος).

Η Ήρα, ωστόσο, τον κατεδίωξε ανηλεώς και τον έριξε σε μανία. Ο Διόνυσος άρχισε να περιπλανιέται μαινόμενος. Έφτασε πρώτα στην Αίγυπτο, όπου του προσέφερε φιλοξενία ο Πρωτέας. Από εκεί κατέβηκε στη Συρία προς τη Ρέα αναζητώντας θεραπεία. Η Ρέα τον φιλοξένησε και του προσέφερε κάθαρση, τον απάλλαξε από την μανία, τον δίδαξε ιερές τελετές και τον μύησε στα μυστικά της λατρείας της.

Από τις πρώτες περιοχές που δέχτηκαν την λατρεία του Διονύσου ήταν:

Α)η Αιτωλία, όπου ο θεός απέκτησε την Δηιάνειρα με την Αλθαία, την κόρη του Οινέα ο οποίος τον φιλοξένησε.

Β)δύο αττικές πόλεις, οι Ελευθεραί και η Ικαρία (σημερινή περιοχή του Διονύσου). Ο Ικάριος και η κόρη του η Ηριγόνη, τον φιλοξένησαν θερμά. Οι συμπολίτες του Ικαρίου όμως νόμισαν πως το κρασί που τους είχε δώσει ήταν δηλητήριο, γι’ αυτό τον σκότωσαν, με αποτέλεσμα η Ηριγόνη να αυτοκτονήσει. Ο Διόνυσος τιμώρησε τους κατοίκους με λοιμό και ταυτοχρόνως εμφύσησε μανία στις κοπέλες του τόπου, η οποία τις ωθούσε να αλληλοσκοτώνονται. Όταν οι κάτοικοι συνήλθαν, υποβλήθηκαν σε καθαρμό για τον φόνο και καθιέρωσαν εύθυμες τελετές προς τιμή του θεού. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Διόνυσος απέκτησε από την Ηριγόνη τον Στάφυλο και από την Αφροδίτη τον Πρίαπο, θεό της γονιμότητας, και τον Υμέναιο.

Παντού όπου ευδοκιμούσαν αμπέλια, διαδόθηκε η λατρεία του Διονύσου, οργανώθηκαν διάφορες τελετές και κυκλοφορούσαν παραδόσεις για τον Θεό. Στη Νάξο ανακάλυψε την Αριάδνη, την οποία είχε εγκαταλείψει ο Θησέας, και την παντρεύτηκε. Στον γάμο του Διονύσου και της Αριάδνης, η Αφροδίτη και οι Ώρες προσέφεραν ως δώρο ένα χρυσό στεφάνι, το οποίο αργότερα οι θεοί μετέτρεψαν σε αστερισμό. Απέκτησε μαζί της τον Οινοπίονα, τον Στάφυλο, τον Θάλητο, τον Ταυρόπολη, τον Λάτραμο και την (τον) Ευάνθη. Στην Κρήτη η Αριάδνη ίσως ήταν αρχικά μινωική θεότητα της βλαστήσεως. Στην Δήλο η κόρη του Σταφύλου η Ροιά απέκτησε από τον Διόνυσο τον μάντη Άνιο. Από τη Νύμφη Αλεξιαρεία απέκτησε τον Κάρμωνα, από την Χρονοφύλη τον Φλιάντα, από την Φυσκόα τον Ναρκαίο και από την Νίκαια τους Σατύρους. Ως παιδιά του αναφέρονται επίσης ο Θυωνεύς και ο Βακχίας από τον οποίο καταγόταν το επισημότερο γένος στην Κόρινθο οι Βακχιάδες. Επίσης στη Χίο, στη Ρόδο, στην Κρήτη, στην Λέσβο, στην Λήμνο και στην Θάσο ο Διόνυσος συμπεριελήφθη στους τοπικούς μύθους.

Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν άνθρωποι που δεν αναγνώριζαν την θεότητα του Διονύσου. Αυτοί τιμωρούνταν για την ασέβεια τους όπως συνέβη με τον βασιλιά της Θήβας Πενθέα, τις κόρες του Προίτου, βασιλιά της Τίρυνθας και τις κόρες του Μινύα στον βοιωτικό Ορχομενό. Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου σε άγριο θηρίο ιδιαίτερα σε λιοντάρι χαρακτηρίζουν τον Θεό. Για να τρομάξει τις κόρες του Μινύα, την Αλκιθόη, την Λευκίππη και την Αριστίππη, ο Διόνυσος μεταμορφώθηκε σε ταύρο, σε λιοντάρι και σε λεοπάρδαλη. Οι κόρες του Μινύα τρελάθηκαν, σκότωσαν το παιδί της μίας από αυτές, και πήραν το δρόμο για τα βουνά. Στο τέλος μεταμορφώθηκαν από τον Ερμή είτε σε πτηνά είτε σε νυχτερίδες.

Όσον αφορά τις κόρες του Προίτου τρελάθηκαν και άρχισαν να περιπλανιούνται στην Αργολίδα και την Αρκαδία. Επίσης και οι κόρες του αττικού δήμου Ελευθεραί τρελάθηκαν, διότι είχαν εκφραστεί υποτιμητικά για τον Διόνυσο. Τέλος, όπως ο Πενθέας έτσι και ο Λυκούργος, ο βασιλιάς της Θράκης, βρήκε φρικτό θάνατο, όταν κύρηξε πόλεμο  εναντίον του Διονύσου: τον κατασπάραξαν τα άλογα του. Την αποστροφή κάποιων προς την μέθη υπαινίσσονται αυτοί οι μύθοι και μια άλλη παράδοση για τον Λυκούργο. Αυτός εκδίωξε τις τροφούς του Διονύσου, οι οποίες έριξαν στη γη τα ιερά σκεύη, ενώ το θείο βρέφος πήδησε στη θάλασσα, όπου το παρέλαβε η Θέτις. Τότε ο Δίας οργισμένος τύφλωσε τον Λυκούργο. Σύμφωνα με μεταγενέστερους μύθους, επήλθε αφορία στη χώρα του Λυκούργου και ο Λυκούργος, αφού κατελήφθη από μανία , σκότωσε τον γιό του. Έπειτα, οι κάτοικοι τον μετέφεραν στο όρος Παγγαίο, όπου άλογα τον κατασπάραξαν με εντολή του Διονύσου. Ακόμη, ο Διόνυσος νίκησε την θαλασσινή οντότητα Τρίτωνα ο οποίος εμπόδιζε τις Ταναγραίες, να καθαριστούν στη θάλασσα, πριν κάνουν τις τελετές τους προς τιμήν του Θεού.

Ο Διόνυσος και οι πειρατές

Διόνυσος και πειρατές

                                                                   Διόνυσος και πειρατές

Στον Ομηρικό Ύμνο περιγράφεται η αιχμαλωσία του Διονύσου στη Νάξο από Τυρρηνούς πειρατές, οι οποίοι τον θεώρησαν πλούσιο βασιλόπουλου και τον απήγαγαν. Όσο κι αν προσπάθησαν να τον δέσουν χειροπόδαρα, τα δεσμά έσπαγαν και το καράβι γέμισε κισσό, τσαμπιά από σταφύλια και κληματόφυλλα. Ξαφνικά, ο θεός μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και οι ναύτες έντρομοι έπεσαν στη θάλασσα καθώς εμφανίστηκε στο πλοίο και μια αρκούδα, και μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια. Η αγάπη που δείχνουν τα δελφίνια στους ανθρώπους, όταν τους συνοδεύουν στα θαλάσσια ταξίδια τους, δημιούργησε την πίστη πως ήταν κάποτε άνθρωποι. Έτσι, πλάστηκε η παράδοση που αναφέρει ο ύμνος μας.

Ο Διόνυσος έλαβε μέρος στην Γιγαντομαχία  και μαζί με τον Ήφαιστο και τους Σατύρους καβάλα σε γαιδάρους που γκάριζαν ξάφνιασαν τους Γίγαντες και τους έτρεψαν σε φυγή. Τότε ο Διόνυσος εξόντωσε πολλούς από αυτούς με μόνο το άγγιγμα του θύρσου του ή εμφανιζόμενος μπροστά τους μεταμορφωμένος κι έχοντας φίδια στα μαλλιά του. Κάποια στιγμή μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι και κατασπάραξε τον Γίγαντα Εύρυτο ή Ροίτο.

Ο Διόνυσος αργότερα στην Πελοπόννησο ήρθε αντιμέτωπος με τον Περσέα. Σ’ αυτή τη μάχη στο πλευρό του Διονύσου στάθηκε η Αριάδνη με τις Μαινάδες, ενώ στο πλευρό του Περσέα βρέθηκε η Ήρα. Όταν ο Περσέας απολίθωσε την Αριάδνη με το κεφάλι της Μέδουσας, θέλησε να καταστρέψει το Άργος που προστατευόταν από την Ήρα. Στο τέλος, η Ήρα πέτυχε τη συμφιλίωση του Διονύσου και του Περσέα με τη μεσολάβηση του Ερμή. Σύμφωνα με μια παράδοση, κάποτε ο Διόνυσος ξέρανε τον αργολικό κάμπο, για να προστατεύσει την Θήβα από την στρατιά των Επτά στρατηγών, όταν αυτοί ξεκινούσαν από το Άργος.

Ο Διόνυσος με το κρασί και την ευθυμία του μέθυσε τον Ήφαιστο και κατάφερε να τον συμφιλιώσει με την μητέρα του, την Ήρα. Τότε και ο ίδιος συμφιλιώθηκε με την Ήρα, η οποία έδωσε την συγκατάθεση της να ενταχθεί ο Διόνυσος στην οικογένεια των Ολυμπίων Θεών.

Διόνυσος Ζαγρεύς (Ζαγραίος)

Ήταν ο γιος του Διός και της Περσεφόνης (ή της Δήμητρας ή της Δηούς). Σύμφωνα με τους Ορφικούς, τον κατασπάραξαν οι Τιτάνες και τότε ο Δίας (ή κατ’ άλλους η Σεμέλη), αφού κατάπιε την καρδιά του Διονύσου, τον γέννησε. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, μέλη του Διονύσου μεταφέρθηκαν από τον Απόλλωνα στους Δελφούς και τοποθετήθηκαν κάτω από τον τρίποδα όπου χρησμοδοτούσε η Πυθία. Αυτό εξηγεί την λατρεία και των δύο θεών στους Δελφούς. Σύμφωνα με κάποιους, το Μαντείο των Δελφών αρχικά ανήκε στον Διόνυσό. Μάλιστα, ο Διόνυσος αντικαθιστούσε τον Απόλλωνα τους χειμερινούς μήνες, όταν αυτός έλειπε στη χώρα των Υπερβορείων. Άλλες παραδόσεις είναι οι ακόλουθες:

Α)η Αθηνά πήρε την καρδιά του Διονύσου και την παρέδωσε στον Δίο, ο οποίος την ανέστησε.

Β)Η Ήρα έδωσε εντολή στους Τιτάνες να κατακρεουργήσουν τον Διόνυσο. Ο Διόνυσος, για να ξεφύγει από τους Τιτάνες, μεταμορφώθηκε σε μοσχάρι και σε αυτή τη μορφή οι Τιτάνες τον εξόντωσαν. Τότε ο Δίας με τους κεραυνούς του έκαψε τους Τιτάνες και τους έκανε στάχτη από την οποία προήλθαν οι άνθρωποι αργότερα.

Γ)Η Ρέα συναρμολόγησε τα μέλη του Διονύσου και αυτός στη συνέχεια με στρατηγούς τον Πάνα, τον Λούσο και τον Κισσό έφτασε στη σημερινή Πορτογαλία. Από τον Λούσο ονομάστηκε Λουσιτανία η σημερινή Πορτογαλία και από τον Πάνα η σημερινή Ισπανία.

Σύμφωνα με τον Αθ. Σταγειρίτη, αυτή η παράδοση αφορά τον Διόνυσο, τον γιο της Σεμέλης και του Διός. Στο ταξίδι αυτό είχε και δυο Νύμφες, την Συκή και την Σταφύλη, τις οποίες μεταμόρφωσε σε συκιά και σταφύλι αντιστοίχως, όταν πέθαναν. Επίσης μεταμόρφωσε τον στρατηγό Κισσό στο ομώνυμο φυτό.

Δ) Ο Διόνυσος φονεύτηκε από τον Περσέα στον πόλεμο εναντίον του και ενταφιάστηκε στους Δελφούς. Ο τάφος του ήταν κοντά στο άγαλμα του Απόλλωνα, όπου ήταν αφιερωμένα τα όπλα του Αυγούστου και η κιθάρα του Νέρωνα. Γι’ αυτό προς τιμή του προσέφεραν απόρρητες θυσίες.

Πάντως ο Διόνυσος ξαναγεννιόταν κάθε χρόνο, όπως η Περσεφόνη, γιατί συμβόλιζε την αέναη ανανέωση της φύσεως. Κατά τον Γ.Δ. Καψάλη από όλες αυτές τις παραδόσεις για τον Διόνυσο, φαίνεται ότι ο Θεός αυτός   αντιπροσώπευε τον Ήλιο στην αρχή και έπειτα τη φύση, η οποία αναγεννάται από τη ζωογόνο δράση του Ήλιου. Οι περιπέτειες του βίου του συμβολίζουν τις ετήσιες καιρικές μεταβολές ανά εποχή και τις μεταμορφώσεις της βλαστήσεως κατά την διάρκεια του έτους. Γενικά, ο Διόνυσος εκπροσωπεί την δημιουργική δύναμη η οποία γονιμοποιεί την φύση και κυρίως το αμπέλι. Επιπλέον, η σφαίρα δράσεως του θεού δεν περιοριζόταν στην προστασία της αμπελοκαλλιέργειας, αλλά περιελάμβανε και τα εξής:

α)συνοδευόταν με την ενηλικίωση των νέων. Υπήρχε δηλαδή μια συμβολική συνάρτηση ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο του θεού και στην μεταμόρφωση των νέων σε ενήλικες.

Β)ο θεός θεωρούνταν φορέας νέων μορφών πολιτισμού, σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις.

Ο Διόνυσος, η λατρεία του και τα λατρευτικά του επίθετα

maxresdefaultΔιάφορές θεωρίες έχουν διατυπωθεί για τον Διόνυσο και την καταγωγή της λατρείας του. Μερικές απόψεις τον θέλουν να κατάγεται από την Θράκη ή την Ανατολή. Ωστόσο, μετά την ανάγνωση της γραμμικής γραφής Β το όνομα του Διονύσου εντοπίστηκε στις πινακίδες των Μυκηνών και σε πινακίδες της Πύλου από τον 12ο αιώνα. Επίσης, το 1989 στα Χανιά της Κρήτης ανακαλύφθηκαν πινακίδες σε Γραμμική γραφή Β στις οποίες αναγράφονται τα ονόματα του Διός και του Διονύσου. Αυτό αποδεικνύει ότι ο Διόνυσος λατρευόταν στην Κρήτη ήδη από το 1300π.Χ. και ότι δεν έφθασε στην Ελλάδα από την Ανατολή κατά τον 7οπ.Χ. αιώνα, όπως κάποιοι είχαν υποστηρίξει.

Τα λατρευτικά του επίθετα ήταν πολλά:

Αιγοβόλος: Με αυτό τον τιμούσαν στις Ποτνιές έξω από την Θήβα.

Μελπόμενος: Ήταν φίλος των Μουσών και των Χαρίτων λόγω της ευθυμίας και των εμπνεύσεων που προκαλεί.

Βρόμιος: Ονομάστηκε έτσι από τους αλαλαγμούς του λαού που τον υποδεχόταν.

Ληναίος: Εφηύρε τον ληνόν (πατητήρι για την σύνθλιψη των σταφυλιών).

Θυωνεύς: Αυτός που προκαλεί την εξημέρωση των ηθών.

Θεσμοφόρος: Προκάλεσε την εξημέρωση των ηθών.

Ανθεύς, Άνθιος, Φλοιός (ή Φλίος), Ύης: Προστάτευε κάθε βλάστηση Φλέως ή Φλέωνδηλ. πάροχος αρμονίας, αφού ο Διόνυσος αναπτύσσει τη γονιμότητα των φυτών και των δέντρων.

Δενδρίτης: Μέσα από την πρωτόγονη δενδρολατρεία ο Διόνυσος φθάνει ως τους κλασικούς χρόνους. Ο Διόνυσος Δενδρίτης, ο θεός του ελάτου και του πεύκου, σύμβολα του οποίου είναι τα δέντρα, αντιπροσωπεύει την δύναμη της ζωής και είναι εκφραστής μίας μητροκεντρικής δεντρολατρείας που ήταν εξαπλωμένη στο χώρο του Αιγαίου. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι και στην αρχαία Ελλάδα στόλιζαν τα δέντρα. Κλαδιά και δενδρύλλια στολίζονταν με άνθη, ταινίες και μεταλλικά σφαιρίδια που παρίσταναν τα ουράνια σώματα.

Λυσίας: Ελευθερώνει την ψυχή με τον κισσό.

Λυσαίος, Ιατρομάντις, Σωτήρ: Ήταν λυσίπονος δηλαδή έδιωχνε τους πόνους με τις θεραπευτικές ιδιότητες του οίνου.

Λικνίτης: Στους  μαγικούς μύθους ο Διόνυσος παρουσιάζεται σαν νεογέννητο βρέφος στο λίκνο, Δεν είναι τυχαίο ότι στις δεντρολατρικές γεωργικές θρησκείες οι μητέρες χρησιμοποιούσαν το βρεφικό λίκνο, για να καθαρίζουν («λικνίζουν») το σιτάρι από τους ξηρούς φλοιούς. Το λίκνο χρησιμοποιούνταν στην λατρεία του Διονύσου και στους Δελφούς, όπου προσφωνούσαν τον θεό Λικνίτη και υπήρχε η παράδοση ότι ο θεός αναγεννάται κάθε χρόνο ως βρέφος και τοποθετείται σε λίκνο. Στην Ελευσίνα στο εσωτερικό του ναού υπήρχε κοιλότητα όπου οι μυσταγωγοί ντυμένοι βοσκοί εισέρχονται με χαρούμενες κραυγές επιδεικνύοντας ένα λίκνο που περιείχε ένα παιδί. Όσοι συμμετείχαν στα μυστήρια το ονόμαζαν Βάκχο – Διόνυσο.

Θρίαμβος: Τα επιτεύγματα του ήταν σπουδαία. Στον Διόνυσο αποδίδεται η εφεύρεση του αρότρου και η επινόηση της ζεύξεως των βοδιών. Επίσης, δίδαξε στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σίτου και των αμπελιών, καθώς και την παραγωγή του οίνου.

Αγλαόμορφος

Πυργένης, Μηρορραφής, Διμήτωρ, Περικιόνιος: Τα προσωνύμια αυτά προέκυψαν από τον τρόπο γεννήσεως του Διονύσου.

Βάκχος (Βακχείας): Το όνομα προέρχεται από την λέξη Ιαχή. Είναι το δεύτερο όνομα του Θεού και σημαίνει θεό σε κατάσταση ενθουσιαστικής μανίας. Ο Πίνδαρος όμως χαρακτηρίζει τον Διόνυσο ως καθαρτικόν της μανίας και αποκαλύπτει μίαν άλλην πλευρά του Διονύσου. Όποιος πάσχει από υστερία ή ψυχικές διαταραχές θεραπεύεται, όταν συμφιλιώνεται με το Διόνυσο, εφόσον πιστεύει πως ο θεός τις προκάλεσε. Επομένως, ο Μανιοδότης (Βάκχειος) Διόνυσος είναι συγχρόνως και απελευθερωτής από την μανία (Λύσιος και Λύαιος).

Νυκτέλιος (νυκτερινός): Το επίθετο προέρχεται από τα νυκτερινά μαιναδικά όργια καθώς και από τη λατρεία του Νυκτελίου Διονύσου στην Ακρόπολη των Μεγάρων.

Λαμπτήριος / Φωστήριος: Από τις δάδες προέρχονται τα επίθετα αυτά, αλλά και το όνομα του δελφικού μηνός Δαδοφορίου.

Δασύλλιος:Μεγαρικό προσωνύμιο του Διονύσου.

Ύης: Επίθετο του Βάκχου ως θεού της καρπογόνου υγρασίας.

Ορειμανής, όρειος, ορέσκειος, ορεσιφοίτης, (ακρωρείτης): Προέρχονται από τον τόπο των Μαιναδικών οργίων που ήταν πάντα τα βουνά.

Γίγων:  Επίθετο του Διονύσου στη Σάμο.

Βασσαρεύς (Βάσσαρος):Βασσάρα ήταν μακρύς χιτώνας τον οποίο φορούσαν οι Θράκες.

Ταυρόκερως, Δίκερως, ταυρομέτωπος, κεραστής, κερασφόρος, ταυρογενής, κερατίας:  Αυτές οι προσωνυμίες προέρχονται από τις επινοήσεις του με τις οποίες βελτίωσε τις αγροτικές εργασίες: έζευξε τα βόδια, εφηύρε το άροτρο, το λίκνον και τον ληνόν.

Άλλα λατρευτικά επίθετα του θεού είναι:

Αγριώνιος, Αισιμνήτης, Ακταίος, Αλιεύς, Ανθρωποραίστης, Άρειος, Άριστος, Αροεύς, Αρχαγέτης, Αρχέβακχος, Βάλις, Βότρυς, Βουγενής, Βρησαγενής, Βρησεύς, Βρισαίος, Δάλλιος, Δημόσιος, Εβδομεύς, Ενόρχης, Ελευθερεύς, Ενυάλιος, Επήκους, Ερίφιος, Ευανθής, Ευάντητος, Εύας, Ευαστής, Ευβουλεύς, Ευεργέτης, Ευήλιος, Εύιος, Εύκαρπος, Ευρύθιμις, Εύσιος, Ευστάφυλος, Ζαγρεύς, Ζεύς, Ήβων, Ηλεινήτης, Ημερίδης, Ηρικεπαίος, Θέοινος, Θράκιος, Θαλλοφόρος, Θυωνίδας, Ίυος, Καδμείος, Καιμήλιος, Κεχηνεύς, Κισσεύς, Κισσοκόμης, Κολωνάστης, Λαθικειδής, Λαφύστιος, Λιμναίος, Μεθυμναίος, Μειλίχιος, μελάναιγις, Μουσαγέτης, Οικουρός, Ομφακίδης, Πατρώος, Πελάγιος, Πλουτοδότης, Πρίαπος, Πρόβλαστος, Προτρύγαιος, Πυθόχρηστος, Σαβάζιος, Σεμέληιος, Σκιάνθιος, Συκεάτης, Τασιβαστινός, Υψιάτης, Ύλης, Φυσίγωος, Χαρισότης, Χοιροψάλας, Χοιπότης, Χορείος, Ψευδάνωρ, Ψίλαξ, Ωμάδιος, Ωμηστής.

 Η Διονυσιακή λατρεία

Η Διονυσιακή λατρεία έχει τις ρίζες της πολύ βαθιά στους χρόνους της προϊστορίας. Πάρα την μεγάλη αντίδραση και τους ισχυρούς εχθρούς (βλέπε τους σχετικούς μύθους που προαναφέρθηκαν), η Διονυσιακή λατρεία είχε απλωθεί σε κάθε γωνιά του ελλαδικού χώρου.

Γιορτές προς τιμήν του Διονύσου

1)Θυϊα: Διονυσιακή γιορτή στους Δελφούς

2)Αι Φάλληφορίαι

3)Τύρβη

4)Τα Σμίνθια

5)Τα Ιοβάκχεια

6)Τα Καταγώγια

7)Τα Νυκτοφυλάξια

8)Τα Λαμπτήρια.

9)Τα Θεοδαίσια.

10)Τα Αλωα: Γιορτή για τον Διόνυσο και την Δήμητρα.

11)Τα Ωσχοφόρια:  Καθιερώθηκε από τον Θησέα. Στη διάρκεια της νέοι ντυμένοι με γυναικεία ενδύματα κρατούσαν κληματίδες και σχημάτιζαν πομπή προς τιμή του Διονύσου.

12)Τα Βοιωτικά Αγριώνια: Τελούνταν στον Ορχομενό. Στα πλαίσια της γιορτής αυτής οι γυναίκες του Ορχομενού έτρεχαν στα βουνά και στους κάμπους και καταδίωκαν τον Διόνυσο επί τρεις ολόκληρες νύχτες. Όταν σταματούσαν την καταδίωξη, έλεγαν πως οι Μούσες έκρυψαν τον Διόνυσο στον Ελικώνα. Στη συνέχεια δειπνούσαν, διασκέδαζαν και στο τέλος έλυναν γρίφους και αινίγματα. Στις γιορτές λάμβαναν μέρος και ανύπαντρες κοπέλες τις οποίες την τέταρτη νύχτα καταδίωκε ο Ιερέας του Διονύσου. Αυτός είχε το δικαίωμα να φονεύσει οποιαδήποτε κατόρθωνε να συλλάβει. Κατά τους ιστορικούς χρόνους εξακολουθούσαν να τηρούν το έθιμο αυτό, αλλά απαγορευόταν ο φόνος. Τα Αγριώνια έμοιαζαν με τις γιορτές προς τιμήν των Ωμαδίου Διονύσου στην Χίο.

Μαιναδικός θίασος: Σ’ αυτόν συμμετέχουν μόνο γυναίκες και ένας άνδρας, ο αρσενικός κορυφαίος. Η σπουδαιότερη φάση των Μαιναδικών τελετών περιλαμβάνει την θανάτωση ενός ζώου και το καταβρόχθισμα των ωμών σαρκών του, γι’ αυτό αρχικώς ο Διόνυσος ονομαζόταν ωμοφαγικός. Η ωμοφαγία εθεωρείτο ένα είδος θυσιαστικής μεταλήψεως, μια υπέρτατη ηδονή με την οποία ο άνθρωπος ενώνεται με το Θεό.

Ο μύθος του Πενθέα και η φήμη για όργια στον Κιθαιρώνα, έναν από τους ιερούς τόπους του Διονύσου, διατηρούν την παράδοση του Μαιναδισμού στην Βοιωτία. Κατάλοιπο του είναι το Θηβαϊκό Μαιναδικό γένος της Ινούς, το οποίο υποστηρίζει ιέρειες – Μαινάδες και σε μεταγενέστερες διονυσιακές τελετές. Στον Ορχομενό διατηρήθηκαν ως λείψανο του βοιωτικού Μαιναδισμού οι Ολείαι. Έτσι ονομαζόταν η ομάδα των γυναικών οι οποίες λάμβαν μέρος στα Αγριώνια. Σύμφωνα με τον Λυκόφρωνα, υπήρχαν στο όρος Κισσός της Μακεδονίας μαινάδες Λαφύστιες, που συνοδέονται με τη λατρεία του Λαφυστία ή Λαφυστίου Διονύσου. Αυτή περιελάμβανε γιορτές που γίνονταν πάνω στο βοιωτικό όρος Λαφύστιο.

13)Τα μεγάλα Διονύσια: Τελούνταν τον μήνα Ελαφηβολιώνα (μέσα Μαρτίου – μέσα Απριλίου). Το ξόανο του θεού μεταφερόταν από τις Ελευθερές στην Αθήνα με μεγάλη πομπή την δεύτερη μέρα από το Ληναίο σε μικρό ναό του Διονύσου και στη συνέχεια επανερχόταν στο Ληναίο. Τότε ακούγονταν λαμπροί διθύραμβοι προς τιμή του Ελευθερέως Διονύσου. Τους συνέθεταν οι επιφανέστεροι ποιητές και από αυτούς γεννήθηκε η δραματική ποίηση. Τις τρεις τελευταίες ημέρες διδάσκονταν νέα δράματα παρουσία μεγάλου πλήθους Αθηναίων και ξένων.

14)Τα Μικρά Διονύσια ή κατ’ αγρούς Διονύσια

Ήταν υπαίθριο χειμωνιάτικο πανηγύρι. Τελούνταν τον μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριο) με ανάρτηση μικροαντικειμένων στα κλαδιά των δέντρων στην μνήμη της κρεμασμένης Ηριγόνης, με λαϊκά άσματα για τον Ικάριο και την κόρη του με θυσίες, με περιφορά φαλλού, τολμηρά πειράγματα, ορχήσεις και ασκωλισμό. Αυτός ήταν χορός πάνω σε ασκό από δέρμα τράγου αλειμμένου με λάδι. Ασκώλια ονομάζονταν τα παιδιά στην Αττική την δεύτερη ημέρα των Μικρών Διονυσίων. Από τους χορούς και τους τολμηρούς αστεϊσμούς προήλθε η κωμωδία. Τέλος, στην διάρκεια των Μικρών Διονυσίων παρουσιάζονταν επαναλήψεις δραμάτων.

15)Λήναια: Τελούνταν κατά τον μήνα Γαμηλιωνα (τέλος Ιανουαρίου) στην Αθήνα κοντά στο ναό του Διονύσου, νότια της Ακροπόλεως. Ήταν προέκταση των Μικρών Διονυσίων στην πόλη, διότι και σε αυτά έπιναν το νέο κρασί. Επίσης, προσφερόταν από την πόλη κρέας και στους δρόμους της πόλεως κυκλοφορούσε πομπή, η οποία προκαλούσε με προκλητικά αστεία τους περαστικούς. Επίσης, διδάσκονταν δράματα κυρίως κωμωδίες.

16)Ανθεστήρια: Στις 11 – 13 του Ανθεστηριώνος (το δεύτερο μισό του Φεβρουαρίου και το πρώτο μισό του Μαρτίου). Η πρώτη ημέρα ονομαζόταν πιθοίγια δηλαδή άνοιγμα των πιθαριών. Η δεύτερη ονομαζόταν Χοές και στην διάρκεια της σε κοινά γεύματα συναγωνίζονταν στην οινοποσία. Ο νικητής ελάμβανε ως βραβείο έναν ασκό με νέο κρασί. Το επισημότερο μέρος της τελετής ήταν μυστική θυσία την οποία προσέφερε η σύζυγος του άρχοντα βασιλιά στον Διόνυσο, για να ενωθεί μαζί του στο Ληναίο.

Η Τρίτη ημέρα ονομαζόταν Χύτροι, διότι τότε προσέφεραν ψημένους καρπούς σε πήλινες χύτρες στον Χθόνιο Ερμή, για τις ψυχές των νεκρών. Τα Ανθεστήρια επίσης περιελάμβαναν διαφόρους αγώνες, παιχνίδια και δοκιμές του νέου κρασιού.

17)Αντίστοιχες Ρωμαϊκές γιορτές: Στα Διονύσια των ελλήνων αντιστοιχούν τα Liberalia των Ρωμαίων προς τιμήν του θεούLiber(=Ελεύθερος ->Διόνυσος Ελευθερεύς). Τα τελούσαν στις 17 Μαρτίου. Αργότερα έφεραν στην Ρώμη από την κάτω Ιταλία, μια ακόλαστη διονυσιακή γιορτή την οποία τελούσαν τη νύχτα γυναίκες: Τα Bacchanalia(Βακχεία), τα οποία απαγορεύτηκαν από την Σύγκλητο.

Διονυσιακή μύηση

Άρα υπήρχε στις Διονυσιακές τελετές – λατρεία η επιθυμία της τελειώσεως που επραγματοποιήτο μέσα σε έντονη έκσταση, διά μέσου μιάς μυστηριώδους επικοινωνίας ...

Άρα υπήρχε στις Διονυσιακές τελετές – λατρεία η επιθυμία της τελειώσεως που επραγματοποιήτο μέσα σε έντονη έκσταση, διά μέσου μιάς μυστηριώδους επικοινωνίας …

Γνωρίζουμε ότι περιελάμβανε νηστείες, εξαγνισμούς και καθαρμούς, που προετοίμαζαν τη μύση του Μαιναδικού θιάσου, καθώς και μια δοκιμασία σιωπής, η οποία ήταν υποχρεωτική για να γίνει κανείς δεκτός στον Διονυσιακό θίασο.

Πορεία της τελετής

Α)Μετά τους καθαρμούς ο θίασος αναχωρεί προς ένα βουνό την νύχτα. Πάντα ο τόπος των Μαιναδικών τελετών είναι τα όρη και η μνήμη αυτών των τελετών διατηρείται στον Παρνασσό, τον Κιθαιρώνα, το Λαφύστιο, τον Ταΰγετο και τον Αίμο.

Β)Ο ολολυγμός (=ιερουργική κραυγή), η μουσική των τυμπάνων, τα κύμβαλα και οι αυλοί χρησιμοποιούνταν στην μυητική πράξη. Σκοπός αυτών ήταν η επίτευξη εκστασιασμού και μανίας, για να φτάσουν οι πιστοί στην ιερή παράκρουση για να προσεγγίσουν τον θεό. Βασικό γνώρισμα της διονυσιακής λατρείας είναι η έκσταση, το να βγαίνει από τον εαυτό του βοηθημένος από το κρασί και την όρχηση.

Γ)Ακολουθεί η αποκάλυψη ιερών αντικειμένων και συμβόλων, μύηση σε λατρευτικά μυστικά, δοκιμασίες και αγωνίσματα. Αυτή η μύηση ήταν τριετηρική γινόταν δηλαδή κάθε δεύτερο έτος και πάντα την περίοδο του χειμώνα. Κύριος σκοπός της ήταν η επικοινωνία με τον θεό μέσα από την μανία.

Ο Διόνυσος και οι γυναίκες

Από θεός των εύθυμων αμπελουργών της Αττικής μεταβάλλεται σε θεός των γυναικών. Γίνεται ο Μαιναδικός και Γυναικίας Διόνυσος. Οι γυναίκες της συνοδείας του ονομάζονταν Μαινάδες, Βάκχες, Θωάδες, Μιμαλλόνες (στην Μακεδονία), Βιστονίδες ή Βασσαρίδες (στην Θράκη). Η λατρεία του γίνεται οργιαστική: γυναίκες σε κατάσταση ένθεης μανίας υπηρετούν τον θεό με οργιαστικές λατρευτικές τελετές την νύχτα στις οποίες ο θεός μετά την μέθη των αισθήσεων τους παρείχε καθαρμό της ψυχής και εξάγνιση της ζωής τους. Οι πανηγυρίζοντες κραυγάζοντας «ευοι, ευάν», με επικεφαλής τον φαλλόν, σύμβολο της γονιμότητας, κατασπάρασσαν ζώα και έτρωγαν τις σάρκες τους. Συνήθως, η ωμοφαγία αφορούσε κρέας ταύρου, διότι οι συμμετέχοντες πίστευαν ότι έτρωγαν στην σάρκα και έπιναν το αίμα του θεού και έτσι ελάμβαναν την δύναμη του. Στην Σπάρτη έντεκα κοπέλες συμμετείχαν στη γιορτή του Διονύσου οι οποίες ονομάζονταν Διονυσιάδες και στη Βοιωτία τα Αγριώνια ήταν γυναικεία διονυσιακή γιορτή.

Από την λατρεία προέρχεται ο Διονυσιακός μυστικισμός, ο οποίος κήρυττε την περιφρόνηση στην λογική και την υπακοή στις βαθύτερες ψυχικές παρορμήσεις του ανθρώπου. Στις μυστικές αυτές λατρείες δικαίωμα συμμετοχής είχαν μόνο οι μυημένοι. Σε ανταπόδοση για την αφοσίωση τους ο Θεός ενωνόταν με την ψυχή τους και με αυτή την ένωση πίστευαν ότι η  ψυχή υφίστατο κάθαρση και έφθανε στην τελειότητα και την μακαριότητα.

Γενικά, ο Διόνυσος εισάγει μια νέα θρησκεία, εντελώς αντίθετη από τις καθιερωμένες, έχει μόνο γυναίκες οπαδούς και πολλά άλλα ανατρεπτικά στοιχεία. Επίσης, αποκαλύπτει σε όλους τους οπαδούς του τα μυστήρια, προκαλεί και αλλάζει ήθη και έθιμα. Τέλος, ο Διόνυσος έλαβε θέση στους νόμους του κόσμου και στα μυστήρια των Ορφικών τα οποία συνδέονται με τη λατρεία των θεών της γης.

Ιερά ζώα του θεού Διονύσου ήταν: ο τράγος, το λιοντάρι, ο πάνθηρας, ο ταύρος, η τίγρης, το δελφίνι, ο γάιδαρος.

Τα ιερά φυτά του ήταν: ο μενεξές, το τριαντάφυλλο, ο κισσός και το κλίμα.

Ιερά αντικείμενα του ήταν: ο πυρσός, ο αυλός, το τύμπανο, τα κύμβαλα, τα δοχεία κρασιού και ο θύρσος, ένα ξύλινο ραβδί στολισμένο με φύλλα κισσού και κλήματος.

Ο Διόνυσος στα Ορφικά μυστήρια.

Ο Ζαγρέας Διόνυσος,  ως γιος του Διός και της Δηούς (χθόνιας θεότητας) ή της Περσεφόνης, τεμαχίστηκε από τους Τιτάνες, οι οποίοι ως παλιότεροι θεοί δεν δέχτηκαν τον αποκλεισμό τους από την εξουσία . Έτσι, αφού μεταμφιέστηκαν και παραπλάνησαν τον Διόνυσο, τον σκότωσαν, τον μαγείρεψαν και τον καταβρόχθισαν. Τους ξέφυγε όμως η καρδιά, την οποία η θεά Αθηνά πήγε στον Δία. Αυτός αναδημιούργησε τον Διόνυσο και από τα άλλα λείψανα του έπλασε τους καλούς ανθρώπους. Ο Δίας κατακεραύνωσε τους Τιτάνες & από την τέφρα τους έπλασε τους κακούς ανθρώπους. Σύμφωνα με μια άλλη άποψη όλα τα ανθρώπινα όντα δημιουργήθηκαν, όταν η φωτιά του κεραυνού του Διός αναμείχτηκε με τη στάχτη και το αίμα των Τιτάνων. Κατά μια ερμηνεία αυτού του μύθου, η διασωθείσα καρδιά του Διονύσου είναι ο πυρήνας του καρπού του φυτού ο οποίος διατηρούμενος στη γη επαναφέρει στην ζωή το φυτό. Ο Ζαγραίος ή Ζαγρέας Διόνυσος έγινε: α)η προσωποποίηση του φαινομένου του θανάτου και της επιστροφής στη Γη. β)το σύμβολο της γονιμότητας και της παραγωγικότητας της μητέρας Γης και της κάθε είδους ζωής η οποία είναι αιώνια, αφού το φαινόμενο του θανάτου είναι μόνο ένας μετασχηματισμός των πλασμάτων της φύσεως.

Η θυσία του Διονύσου μετετράπη από τους Ορφικούς σε παράδειγμα αιματηρής θυσίας, την οποία αργότερα απέρριπταν.

Επίσης, οι συνέπειες της προελεύσεως των ανθρώπων είναι διάφορες, επειδή προέρχονται εν μέρει από θεούς (Τιτάνες και Διόνυσος) και εν μέρει από χώμα, έχουν ένα θεϊκό και αθάνατο μέρος και ένα θνητό συστατικό, το σώμα. Άλλη συνέπεια είναι ότι η ψυχή του ανθρώπου μολύνθηκε από το έγκλημα των Τιτάνων, το οποίο ζητούσε εξιλέωση. Μια τρίτη συνέπεια είναι ότι η ψυχή έχει μια θετική θεϊκή συνιστώσα, η οποία προέρχεται από τον Διόνυσο, αλλά και μια αρνητική συνιστώσα, κατάλοιπο της τιτανικής φύσεως δηλαδή της αλαζονείας των προγόνων του ανθρώπου, των Τιτάνων.

Η ψυχή πρέπει να απελευθερωθεί από την εγκληματική συνιστώσα της. Συνεπώς, η είσοδος της ψυχής στο σώμα και η εξιλέωση και η απελευθέρωση της με τον θάνατο επαναλαμβάνεται αρκετές φορές σε μια μακροχρόνια διαδικασία και σε διαφορετικά σώματα (μετενσάρκωση). Για να επιταχύνει την έλευση της στιγμής κατά την οποία η ψυχή οριστικά απελευθερωμένη θα απολαύσει έναν ευτυχισμένο βίο σε μια άλλη διάσταση, ο άνθρωπος πρέπει να μυηθεί στα Διονυσιακά μυστήρια και στη συνέχεια να συμμετέχει σε διάφορες ιεροτελεστίες. Όσοι καθιέρωσαν τα Διονυσιακά μυστήρια γνώριζαν ότι υφίσταται θεϊκή ενέργεια αόρατη, αιώνια και ασύλληπτη, η οποία αποτελεί την αιτία του μορφικού κόσμου. Στον κόσμο αυτό ο Δίας έστειλε τους γιους και τις κόρες του (εμφανείς και αφανείς δυνάμεις), για να διδάξει στους ανθρώπους τον προορισμό τους κατά την παρουσία τους στον γήινο κόσμο. Ένας από αυτούς τους απεσταλμένους ήταν κι ο Διόνυσος. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι είχαν ασύλληπτες γνώσεις τις οποίες κάλυψαν με σύμβολα και μύθους, για να τις προστατεύσουν από τους βέβηλους και τις εμπιστεύτηκαν στους ταγούς των μυστηρίων.

Ο Πλάτων μας προσφέρει δύο σημαντικά κείμενα:

image002Νόμοι Πλάτωνος (OF 37 IB): «Στη συνέχεια αυτής της ελευθερίας, θα μπορούσε να εμφανιστεί η άρνηση υπακοής στις αρχές και ως συνέπεια αυτής, η διαφυγή από τις υποχρεώσεις και από τις πατρικές, μητρικές ή άλλων ηλικιωμένων ανθρώπων νουθεσίες, και κοντά στο τέλος, η αξίωση της μη υποταγής στους νόμους και στο τέλος, η έλλειψη φροντίδας των όρκων, της πίστεως και γενικά των θεών, με εκδηλώσεις και μίμηση της λεγόμενης αρχαίας Τιτανικής φύσεως, καταλήγοντας και πάλι σ’ εκείνη την ίδια και διάγοντας μια θλιβερή ζωή, χωρίς να επιτευχθεί η απαλλαγή από τις δυστυχίες».

Πλάτωνος Νόμοι 845b (OF 37 IIB): «Δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό το κακό που τώρα σε παρακινεί να κατευθυνθείς προς το ιερόσυλο λείψανο, αλλά η έμφυτη ερεθιστικότητα των ανθρώπων λόγω παλαιών και βεβήλων αδικημάτων, που ολέθρια πλανάται γύρω τους».

Ο φιλόσοφος υποστηρίζει πως ο άνθρωπος «μιμείται» αυτή την φύση, διότι έχει κληρονομήσει την τιτανική φύση. Όσοι βρίσκονται σε τροχιά παρακμής προσεγγίζουν διαρκώς την τιτανική φύση. Ωστόσο, στον άνθρωπο ενυπάρχει και η Διονυσιακή φύση η οποία είναι θετική. Όσοι επιδεικνύουν υπακοή στον νόμο αναπτύσσουν την Διονυσιακή φύση. Όταν το θείο Διονυσιακό στοιχείο αφυπνιστεί στην ψυχή του ανθρώπου, αυτή αισθάνεται έντονη επιθυμία για την αληθινή αποστολή της. Τέλος, σύμφωνα με μια ερμηνεία, ο τεμαχισμένος Διόνυσος είναι τα θεία κομμάτια, η τεμαχισμένη θεία γνώση στον άνθρωπο. Αυτή σε συνδυασμό με την καθημερινή συνειδητή προσέγγιση της Αρετής μπορεί να ανυψώσει τον άνθρωπο σε υψηλότερα πεδία. Ο Διόνυσος Ζαγρεύς πεθαίνει ως χθόνια θεότητα του γήινου επιπέδου και κατόπιν ανασταίνεται ως Διόνυσος Ελευθερεύς που είναι ουράνια οντότητα. Ο θάνατος του Διονύσου Ζαγρεύως συμβολίζει τον θάνατο της τιτανικής φύσεως που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο και περιλαμβάνει πάθη και κακίες. Συνεπώς, ο θάνατος της τιτανικής φύσεως του ανθρώπου είναι ο θάνατος των παθών δηλαδή η αποβολή των ελαττωμάτων του.

Ο ορφικός ύμνος στον Διόνυσο:

ΚικλήσκωΔιόνυσονερίβρομονευαστήραπρωτόγονον, διφυή, τρίγονον, Βακχείον άνακτα, άγριον, άρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον, κισσόβρυον, ταυρωπόν, Αρήιον, ευίον, αγνόν, ωμάδιον, τριετή, βοτρυηφόρον, ερνεσίπεπλον. Ευβολεύ, πολύβουλε, Διός και Περσεφόνης αρρήτοιςλέκτροισιτεκνωθείς, άμβροτεδαίμονκλύθι, μάκαρ, φωνής, ηδύς δ’ επίπνευσοναμέμ(φ)ης ευμενές ήτορ έχων, συν ευζώνοισιτιθήναις.

Νεοελληνική απόδοση

Καλώ τον Διόνυσο τον ισχυρώς φωνάζοντα, τον τονκραζονταευά, τον πρωτογέννητο, τον διφυή, τον τρις γεννηθέντα, τον Βακχείο άνακτα, τον άγριο, τον άρρητο, τον απόκρυφο, τον δικέρατο, τον δίμορφο, τον κισσοστεφή, τον ταυρόμορφο, τον άρειο, τον βακχικό, τον αγνόν, τον ωμοφάγο, τον τριετή, τον φέροντα σταφύλια, τον περιβεβλημένο με νεαρά βλαστήματα.

Ευβουλεν, πολύβουλε, εσύ που γεννήθηκες από τις άρρητες ενώσεις του Διός και της Περσεφόνης, αθάνατε δαίμονα άκουσε, μακάριε, την φωνή μου, βοήθησε με με γλυκύτητα εσύ ο άμεμπτος έχοντας ευμενή καρδιά με καλοζωσμένες τροφούς.

Ο Διόνυσος στα Ελευσίνια μυστήρια

Στα Ελευσίνια Μυστήρια ο Διόνυσος λέγεται Βάκχος. Στα Μυστήρια αυτά η εαρινή Ισημερία συνδεόταν με την απελευθέρωση της Περσεφόνης από το βασίλεια του Πλούτωνα. Η απελευθέρωση της γίνεται από τον Διόνυσο τον Ελευθερέα, ο οποίος την μεταφέρει στον Όλυμπο, όπου η Περσεφόνη μεταμορφώνεται κι η ίδια σε ουράνια θεότητα. Οι Μύστες της Ελευσίνας τελούσαν κατά την θερινή τροπή του Ήλιου γιορτή προς τιμή της Περσεφόνης και τον Διονύσου Ελευθερέως δηλαδή του ελευθερωτή των ανθρωπίνων ψηχών.

Η Διονυσιακή λατρεία στους Δελφούς

Οι ιερές τελετές προς τιμήν του Διονύσου πραγματοποιούνταν κάθε δύο χρόνια στις αρχές Δεκεμβρίου στον Παρνασσό. Ο Διόνυσος λατρευόταν ως ο θεός του φωτός τους τρεις μήνες του Χειμώνα, όταν ο Απόλλωνας απουσίαζε στη χώρα των Υπερβορείων.

Τα Θρακικά Μυστήρια των Μανιταριών

Τα θερινά μανιτάρια αποτελούσαν θρακικά μεγαλιθικά ιερά της Δυτικής Ροδόπης και της Ρίλας στην Βουλγαρία. Το μανιτάρι αποτελεί ένα αρρενωπό φαλλικό σύμβολο και ως σύμβολο ο φαλλός συνδέεται κυρίως με την λατρεία του Διονύσου. Η παρουσία ενός γιγαντιαίου ανθρώπινου βήματος κοντά σε βραχώδες μανιτάρι φανερώνει ότι τα βραχώδη μανιτάρια συνδέονται με τον θεό Διόνυσο. Στο βραχώδες μανιτάρι του ιερού Σαλάκοβ στην Δυτική Ρόδοπη, μια αιγίδα έχει λαξευτεί κάτω από τον πίλο (καπέλο) του μανιταριού. Αυτή η δομή των λιθίνων μανιταριών θεωρείται σύμβολο του κοσμικού δέντρου. Όταν περνά μέσα από την αψίδα, ο λάτρης πηγαίνει κάτω από το μανιτάρι. Αυτή η πράξη συμβολίζει την είσοδο στον Κάτω Κόσμο και την έξοδο από αυτόν. Ήταν μια ιεροτελεστία που συνδέεται με την αρχέγονη εποχή του Διονύσου και του Ορφέα.

Ανάλυση των μύθων της Σεμέλης και του Διονύσου

Με το μύθο της γεννήσεως του Διονύσου από τον Δία και την Σεμέλη συμβολίζονται οι θετικές και αρνητικές επιδράσεις των καιρικών φαινομένων. Αυτές υποδηλώνονται και με τις φιλικές ή εχθρικές σχέσεις του Διονύσου με άλλους θεούς. Η εχθρότητα που αντιμετωπίζει ο Διόνυσος από τους Τιτάνες και τον Περσέα, αν θεωρηθούν ηλιακοί ή ουράνιοι θεοί υποδηλώνει την ιδέα ότι ο καλοκαιρινός ήλιος θέτει σε κίνδυνο την βλάστηση. Η καλή συνεργασία του Διονύσου με τον Ήφαιστο δείχνει ότι τα ηφαιστιογενή εδάφη ευνοούν την αμπελοκαλλιέργεια και συσχετίζει το κρασί με την φωτιά, όπως φαίνεται και από τη γέννηση του Διονύσου μέσα σε αστραπόβροντα. Ανάλογη ερμηνεία έχει και η ευνοϊκή στάση του Απόλλωνα προς τον Διόνυσο, ενώ η τοποθέτηση του Διονύσου στους Δελφούς, δικαιολογείται από την σχέση του Διονύσου με την Γη ως πρώτη κυρίαρχη θεότητα στον χώρο.

Με την γέννηση του Διονύσου από τον μηρό του Διός τονίζεται το πατριαρχικό στοιχείο. Από την άλλη πλευρά, το μητριαρχικό στοιχείο εξαίρεται με τον μύθο της αναγεννήσεως του Διονύσου, η οποία συντελείται με τις ενέργειες της Ρέας ή της Δήμητρας και την έγκριση της Ήρας, όταν ο Διόνυσος πρόκειται να ενταχθεί στους Ολυμπίους θεούς. Η Ρέα, η Δήμητρα, η Ήρα, η Σεμέλη (Σεμ – Θεμ-> Σεμνή, θέμις) αντιπροσωπεύουν την παμμήτειρα Γη ως υπέρτατη εξουσία. Οι στενές σχέσεις του Διονύσου με θεές της γης και της γονιμότητας (Ρέα, Ήρα, Δήμητρα, Σεμέλη, Αφροδίτη, Αριάνδη, Περσεφόνη) καθώς και τα ονόματα των γιών του (Άμπελος, Στάφυλος, Οινεύς, Οινοπίων) φανερώνουν την χθόνια φύση του θεού και την σημασία του για την βλάστηση και το αμπέλι.

Ο μύθος του διαμελισμού του Διονύσου θεωρείται συμβολισμός της διασπάσεως του ανθρώπου μέσα στο πλήθος των πραγμάτων του κόσμου και της αναγωγής του σε μια οντολογική ενότητα.

Τέλος, από της συγκρούσεις του Διονύσου με άρχοντες σε διάφορες περιοχές αντιλαμβανόμαστε τις δυσχέρειες της διαδόσεως της Διονυσιακής λατρείας και την πάλη της με τα κατά τόπους λατρευτικά κατεστημένα, αλλά και τους αναπόφευκτους συμβιβασμούς.

θεός-διόνυσος-μύθοι-και-λατρείες20160609-310x165ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ.

Ο Διόνυσος ήταν, σύμφωνα με μια άποψη, υπαρκτό πρόσωπο προικισμένο με εξαιρετικές ικανότητες το οποίο προσέφερε τεράστιες ευεργεσίες στους λαούς, γιατί δεν ανέπτυξε μόνο την αμπελοκαλλιέργεια, αλλά και εφηύρε το άροτρο και επινόησε  τη ζεύξη των βοδιών.

Ο Διόνυσος αποφάσισε να διδάξει την αμπελουργία και την παρασκευή του οίνου στον κόσμο, γι’ αυτό συγκρότησε στρατό διαιρεμένο σε τάγματα, τους θιάσους, που αποτελούνταν από Βάκχες και Σατύρους και όρισε στρατηγούς τον Πάνα και τον Σειληνό. Το στράτευμα του ήταν στεφανωμένο με κισσούς, οπλισμένο με θύρσους (δόρατα τυλιγμένα με κισσό) και εξοπλισμένο όχι με πολεμικές μηχανές, αλλά με ασκούς, πίθους, φιάλες, κρατήρες, τύμπανα, κύμβαλα, και άλλα μουσικά όργανα.

Αφού προετοίμασε το στράτευμα στη Νύσα της Αραβίας ή στην Φρυγία, ο Διόνυσος πήγε στην Αίγυπτο, στην Συρία και στην Φρυγία, όπου σχεδόν όλοι οι λαοί τον υποδέχθηκαν με χαρά. Στην Θράκη όμως ο βασιλιάς των Ηδωνών ο Λυκούργος αιχμαλώτισε τις Βάκχες και τους Σατύρους. Ο ίδιος ο Διόνυσος αναγκάστηκε να πέσει στην θάλασσα και να καταφύγει στην Θέτιδα. Οργισμένος λοιπόν ενέβαλε μανία στον Λυκούργο και τότε το στράτευμα βρήκε την ευκαιρία να αποδράσει και να ανασυνταχθεί. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Διόνυσος συνήψε συμφωνία με τον Λυκούργο, για να περάσει το στράτευμα του στην Ασία. Μετέφερε πρώτα τις Βάκχες και στη συνέχεια πέρασε κι ο ίδιος αφού άφησε τα υπόλοιπο στράτευμα, όμως έδωσε εντολή στο στρατό του να επιτεθεί αιφνιδιαστικά την νύχτα εναντίον του Διονύσου και των Βακχών. Κάποιος ντόπιος, ο Θάροψ ή Χάροψ, αποκάλυψε στον Διόνυσο τα σχέδια του Λυκούργου και αυτός πέρασε κρυφά με πλοιάριο στο αντίπερα στρατόπεδο. Ο Λυκούργος, αφού επιτέθηκε, σκότωσε όλες τις Βάκχες, όμως ο Διόνυσος τον νίκησε σε μάχη και τον αιχμαλώτισε. Τιμώρησε τον Λυκούργο με τύφλωση και σταύρωση και έδωσε την βασιλεία των Θρακών στον Θάροπα, τον σωτήρα του. Σ’ αυτόν δίδαξε τα Όργια (=ιερά έργα) και τις τελετές. Ο Θάροψ απέκτησε τον Οίαγρο στον οποία μετέδωσε την γνώση που έλαβε από τον Διόνυσο. Γιος του Οιάγρου και εγγονός του Θάροπος ήταν ο Ορφέας, ο οποίος διδάχθηκε κι ο ίδιος με τη σειρά του αυτή την γνώση.

Στη συνέχεια λέγεται ότι ο Διόνυσο κατέβηκε στην Αιθιοπία, όπου νίκησε σε μάχη τον βασιλιά Δηριάδη, ο οποίος είχε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις και τρεις έμπειρους στρατηγούς, τον Βλέμυ, τον Ορόντη και τον Οροβάντη. Από εκεί κατευθύνθηκε στην Ινδία. Στον Ευφράτη κατασκεύασε γέφυρα με κλήματα και κισσό, για να διέλθει το στράτευμα. Σε αυτή την ζεύξη αποδίδεται η ονομασία της πόλεως Ζεύγμα, ενώ η ονομασία του ποταμού Τίγρη αποδίδεται στον μύθο που αναφέρει ότι ο Διόνυσος διέσχισε τον ποταμό πάνω σε τίγρη.

Ο Μύρρανος, ο βασιλιάς των Ινδών, πληροφορήθηκε ότι ερχόταν ένας στρατός με αρχηγό ένα θηλυπρεπή κερασφόρο νέο εστεμμένο με κισσό και κλήματα. Για το στράτευμα είχε ακούσει ότι έφερε θύρσους αντί για όπλα, ότι αποτελούταν από γυναίκες και Σατύρους που χόρευαν τον κόρδακα (άσεμνο χορό) και ότι οι δύο στρατηγοί, ο Σιληνός και Παν ήταν φαιδροί: ο μεν Σιληνός ήταν καβάλα σε γάιδαρο, ο δε Πανήταν εξαιρετικά δύσμορφος και έτρεχε και πηδούσε στο στρατόπεδο, προκαλώντας φόβο στις γυναίκες. Μαθαίνοντας τέτοιες πληροφορίες οι Ινδοί θεωρούσαν επαίσχυντο να αντιπαραταχθούν σε ένα τέτοιο στράτευμα. Όταν όμως πληροφορήθηκαν ότι ο Διόνυσος καίει τις πόλεις και την ύπαιθρο, υποχρεώθηκαν να αντισταθούν. Έτσι λοιπόν παρατάχθηκαν για μάχη έχοντας ελέφαντες στο μέτωπο της φάλαγγας. Ο Διόνυσος παρέταξε κι αυτός την δική του φάλαγγα τοποθετώντας τον Σιληνόν στο δεξιό κέρας και στο αριστερό τον Πανα. Ως σύνθημα όρισε το Ευ οι.

Όταν δόθηκε το σύνθημα, όρμησαν οι Βάκχες και αμέσως τα κύμβαλα έγιναν ασπίδες και οι θύρσοι δόρατα, τα οποία ήταν κατασκευασμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην φαίνεται πως είναι όπλα. Οι Βάκχες μάχονται γενναία, όμως κάποια στιγμή οι ελέφαντες όρμησαν στο κέντρο. Όταν τους είδε ο γάιδαρος του Σιληνού, με ένα δυνατό γκάρισμα τους έτρεψε σε φυγή. Οι Ινδοί τελικά νικήθηκαν και ο Μύρρανος συνελήφθη και τιμωρήθηκε.

Επειδή το στράτευμα του Διονύσου δεν άντεχε τις υψηλές θερμοκρασίες της περιοχής, ο Διόνυσος το οδήγησε σε δροσερότερο τρίκορφο βουνό. Η μια κορυφή του ονομαζόταν Κορασιβίη, η άλλη Κονδάσκη και η Τρίτη ονομάστηκε Μηρός από τον ίδιο τον Διόνυσο. Εκεί διατηρήθηκε στη μνήμη των ανθρώπων η άφιξη και η δράση του Διονύσου: Από εκεί ο Διόνυσος κατάφερε να υποτάξει όλη την Ινδία. Ο Διόνυσος έστησε στήλες πέρα από τον ποταμό Γάγγη, πάνω από το βουνό που προαναφέρθηκε και πολύ πιο κάτω τις πηγές του Γάγγη. Ονόμασε μια πόλη και έναν βουνό Νύσα, από την Νύσ(σα) όπου γεννήθηκε και ανατράφηκε. Για τον ίδιο λόγο ονομάστηκε Νυσαία και η παραθαλάσσια χώρα πέρα από τον Γάγγη. Έτσι, δύο Θηβαίοι, ο Διόνυσος και ο Ηρακλής, έστησαν στήλες στις δύο άκρες της οικουμένης, ο ένας στην ανατολή κι ο άλλος στη Δύση.

Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε την βόρεια Ινδία στα Ιμαλάϊα, συνάντησε Ίωνες ιερείς στεφανωμένους με κισσό που λάτρευαν τον Διόνυσο και ήταν απόγονοι των στρατιωτών του. Ο γεωγράφος και ιστορικός του Μεγάλου Αλεξάνδρου Μεγασθένης γράφει στα «Ινδικά» τα εξής: «Ο Διόνυσος έφθασε στην Ινδία, ίδρυσε πόλεις, θέσπισε νόμους και δίδαξε την καλλιέργεια της γης, την οινοπαραγωγή, και την κατασκευή & χρήση των αλοιφών. Ο Διόνυσος τους δίδαξε να λατρεύουν διαφόρους θεούς, αλλά και τον ίδιο». Βορείως του ποταμού Κωφήνα και δυτικά του Ινδού, ο Μέγας Αλέξανδρος βρήκε την πόλη Νύσσα, την οποία ίδρυσε ο Διόνυσος για τους στρατιώτες του, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα.

Σ’ αυτήν την πόλη φύτρωνε ο κισσός που δεν φύτρωνε σε κανένα άλλο μέρος της Ινδίας και οι κάτοικοι φορούσαν ενδύματα παρόμοια με αυτά των ακολούθων του Διονύσου. Ο σοφός Ακούφι ζήτησε από τον Αλέξανδρο να σεβαστεί την πόλη λόγω της ιστορίας της, πράγμα που έγινε. Η περιοχή αυτή της αρχαίας Νύσσας ανήκει στην ευρύτερη περιοχή όπου κατοικούν σήμερα οι Καλάς.

Στη συνέχεια, ο Διόνυσος με συμμάχους τους Ινδούς και τις Αμαζόνες, ανέβηκε στην Βακτριανή. Οι Βάκτριοι, αφού κατέλαβαν τα βουνά πάνω από τον ποταμό Σάραγγο, παραμόνευαν. Ο Διόνυσος όμως εφάρμοσε το εξής σχέδιο: στρατοπέδευσε κοντά στον ποταμό και στη συνέχεια άφησε να περάσουν πρώτα οι Αμαζόνες και οι Βάκχες. Οι Βάκτριοι επιτέθηκαν στις γυναίκες, οι οποίες τους παρέσυραν στην αντίπερα όχθη του ποταμού. Τότε ο Διόνυσος επιτέθηκε και συνέτριψε τους Βακτρίους, οι οποίοι δεν κατάφεραν να φύγουν, αφού πίσω τους είχαν τον ποταμό.

Όταν υπέταξε τους Βακτρίους, προχώρησε προς τους Καμαρίτες, οι οποίοι ζούσαν προς τα δυτικά παραθαλάσσια τμήματα της Κασπίας Θάλασσας. Αυτοί τον δέχθηκαν φιλικά και υιοθέτησαν τα ενδύματα και τους χορούς των Βακχών. Κατεβαίνοντας από εκεί ο Διόνυσος έστησε χορό στην Παφλαγονία κοντά σε κάποιο ποταμό που ονομάστηκε Καλλίχορος. Επίσης και εκεί ονομάστηκε ένα όρος Νύσα.

Σύμφωνα με τον Ευριπίδη ο Διόνυσος με εκστρατείες κατέκτησε όλη την Ασία.

Η χρονολογία αφίξεως του Διονύσου στην Ινδία

Όσον αφορά την χρονολογία αφίξεως του Διονύσου στην Ινδία, ο Μεγασθένης μετά από συσχετισμούς διαφόρων ιστορικών γεγονότων, συμπέραινε ότι από τον Διόνυσο μέχρι τον βασιλιά των Ινδών Candragupta (316 π.Χ.) πέρασαν εκατόν πενήντα τρεις βασιλείς. Αυτό το διάστημα περιλαμβάνει έξι χιλιάδες και σαράντα δύο έτη. Ο Ρωμαίος ιστορικός CaiusLuliusυπολόγισε έξι χιλιάδες τετρακόσια πενήντα ένα έτη από τον Διόνυσο μέχρι τον Αλέξανδρο.

Σύμφωνα με τον Δ. Καλαμπαλίκη (περιοδικό Δαυλός), ο Διόνυσος, ο γιος του Διός και της Σεμέλης έζησε πριν από 28.000 χρόνια. Ο υπολογισμός του στηρίχθηκε σε αστρονομικά δεδομένα, στις οδηγίες του Ησιόδου σχετικά με τον τρύγο και την οινοποιία και στην αποκωδικοποίηση των χρονολογιών της ελληνικής παναρχαιότητας που περιλαμβάνεται στο Πάριο Μάρμαρο.

Ο Διόνυσος στην ποίηση και στην τέχνη

Στις εικαστικές τέχνες ο Διόνυσος εμφανίζεται άλλοτε σαν νήπιο (σύμπλεγμα του Πραξιτέλη στην Ολυμπία), άλλοτε σαν όμορφος έφηβος που έχει τα μαλλιά δεμένα με σταφύλια και κισσούς και άλλοτε σαν γενειοφόρους άντρας στην ακμή της ηλικίας του. Συχνά απεικονίζεται γυμνός και άλλοτε φορά δέρμα ελαφιού στους ώμους και κρατά ένα από τα σύμβολα του. Μερικές φορές συνοδεύεται από Μαινάδες, Σειληνούς, Σατύρους, τον Πάνα, Νύμφες, Μούσες, Κενταύρους ή την Αριάδνη. Άλλες φορές είναι ηνίοχος ή ιππεύει άγρια θηρία. Σε πολλές περιπτώσεις είναι μια μορφή πάνω σε ένα στύλο που είναι τυλιγμένος με κισσό και περιβάλλεται από αγγεία με κρασί. Στον αμφορέα του Αμασίου, ο Διόνυσος φτάνει στην Αθήνα πάνω σε πλοίο που έχει κλήμα αντί για ιστό. Τον βλέπουμε επίσης στους Δελφούς, στην Πέργαμο και στον Παρθενώνα.

Στην «Έπαυλη των Μυστηρίων» στην Πομπηία βλέπουμε τους γάμους τον Διονύσου και της Αριάδνης. Συχνά σε γλυπτά και μωσαϊκά παρουσιάζεται η διαμονή και ο θρίαμβος του στην Ινδία. Από τις ωραιότερες απεικονίσεις του Θεού είναι τα δύο έργα της Γλυπτοθήκης του Μονάχου, ο Διόνυσος παίς του Βρετανικού Μουσείου, το αντίγραφο έργο του Πραξιτέλους στο μουσείο του Λούβρου, ο Διόνυσος Αρσενοθήλυς του Μουσείου Πίου Κλημεντίου  και η ανάγλυφη παράσταση στο χορηγικό μνημείο του Λυσικράτους με την ιστορία της αιχμαλωσίας του Διονύσου από τους πειρατές. Επίσης, υπάρχουν πολλές παραστάσεις σε αγγεία και δακτυλιολίθους.

Ο Διόνυσος και το θέατρο

Από τη διονυσιακή λατρεία και τον διθύραμβο τον ύμνο προς τον θεό, προέρχεται το θέατρο. Πολλές από τις τραγωδίες έχουν ως θέμα τους μύθους του Διονύσου:

Α)η τετραλογία Λυκούργεια του Αισχύλου

Β)η Ηριγόνη του Σοφοκλέους

Γ)η Ηριγόνη του Φρυνίχου

Δ)οιΒάχκες του Ευριπίδη κ.α.

Λατρευτικοί χώροι – Αγάλματα στην Βοιωτία

1)Ο ναός του Διονύσου Λυσίου έξω από την Καδμεία χτίστηκε με δωρεά του Ευμένη, βασιλιά της Περγάμου. Το ιερό ανοιγόταν μόνο κατά την γιορτή του θεού σε συγκεκριμένες μέρες, όταν οργανώνονταν οι λύσιες τελετές.

«Ιερά η γη Διονύσου Λυσείου ων ανέθηκε βασιλεύς Σεμέλης». Η επιγραφή ίσως χρονολογείται στο πρώτο μισό του 2ουπ.Χ. αιώνα.

Ο θεός ονομάστηκε Λύσιος, γιατί απελευθέρωσε Θηβαίους τους οποίους κρατούσαν σε αιχμαλωσία Θράκες και έδωσε την ευκαιρία στους αιχμαλώτους να σκοτώσουν τους Θράκες. Σύμφωνα με τον Παυσανία, υπήρχαν δύο αγάλματα σ’ αυτό τον ναό του Διονύσου Λυσίου, ένα από τα οποία παρίστανε την Σεμέλη.

2)Στις Ποτινιές, κώμη στο δρόμο Πλαταιών – Θήβας, υπήρχε ναός του Διονύσου Αιγοβόλου.

3)Στο Ακραίφνιο υπήρχε ναός του Διονύσου.

4)Ναός του Διονύσου στην Τανάγρας, με λατρευτικό μαρμάρινο άγαλμα του έργο του Κάλαμι.

5)Ιερό του Διονύσου στον Ορχομενό.

6)Άγαλμα του Διονύσου στις Θεσπιές.

7)Άγαλμα του Διονύσου έργο του Λυσίππου στο ελικώνιο ιερό των Μουσών.

Ονόματα συνδεόμενα με τον Διόνυσο

1)Άκρατος: οπαδός του Διονύσου

2)Ακρήτη: θεραπαινίδα του Διονύσου

3)Αλφεσίβοια: Νύμφη στην Ινδία την οποία αγάπησε ο Βάκχος και ενώθηκε μαζί της, αφού μεταμορφώθηκε σε τίγρη.

4)Γέμων: Σάτυρος που ακολούθησε τον Διόνυσο.

5)Ευρυνόμη: Μια από τις Βάκχες

6)Θυία: Κόρη του Κηφισού, ιέρεια του Διονύσου.

7)Ιώνη: Μια από τις Βάκχες

8)Οινοτρόπαι: Έτσι ονομάζονταν οι τρεις κόρες του βασιλιά της Δήλου Ανίου και της Δωρίππης, η Οινώ, η Σπερμώ και η Γλαΐς στις οποίες ο Διόνυσος έδωσε το χάρισμα να μετατρέπουν το νερό σε κρασί.

9)Ουροτάλ: Επώνυμο του Διονύσου στον Άραβες

10)Πήγασος: Ιερέας του Διονύσου στις Ελευθερές.

11)Σειληνός:  Βασιλιάς της Νύσας στην Λιβύη, δάσκαλος και οπαδός του Διονύσου.

12)Σπίνθαρος: τραγικός ποιητής που συνέθεσε την τραγωδία «Σεμέλη Κεραυνουμένη»

13)Στήλαι: Ινδικά βουνά στα οποία έφθασε ο Διόνυσος.

14)Τευμησός: Όρος της Βοιωτίας κοντά στο ομώνυμο χωριό. Εκεί φώλιαζε η Τευμησία αλεπού που εστάλη από τον Διόνυσο και προκαλούσε μεγάλες καταστροφές στην περιοχή.

15)Υάδες: Κόρες του Ερεχθέως ή του Κάδμου ή του Ωκεανού ή του Υάντος και της Βοιωτίας που ανέθρεψαν τον Διόνυσο στο όρος Νύσα της Ασίας.

16)Φανός: Αδελφός του Σταφύλου, γιος του Διονύσου, αργοναύτης.

17)Φιλία: Μια από τις νύμφες που τον ανέθρεψαν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ωγυγία του Αθ. Σταγειρίτη

Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου του Ι. Λάμψα

Ελληνική Μυθολογία της Εκδοτικής Αθηνών

Εγκυκλοπαίδεια Δομή

Αθάνατο Νερό του Γερ. Καλογεράκη

Λεξικόν Κυρίων Ονομάτων του Α. Κωνσταντινίδη

Τα Βοιωτικά του Παυσανία από την Εκδοτική Αθηνών

Λεξικόν Αρχαιολογίας του Α.Ρ. Ραγκαβή

Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Βοιωτίας της Τ. Τσάκου Κοβερτίνο

Περιοδικό Ιχώρ: τεύχη 51 ,68 ,109

Περιοδικό Δαυλός: τεύχος 272 – 273

Τα ιστορικά της Ελευθεροτυπίας: τεύχη 266, 267

Περιοδικό Φαινόμενα του Ελεύθερου Τύπου: τεύχος 132

Περιοδικό Γαιόραμα

40 αιώνες στοιχίζονται στην ιστορία του Γ. Λάμπρου

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΣΚΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΗΣΟΥ ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

Ο Νόννος, επικός ποιητής από την Πανόπολη της Αιγύπτου, συνέγραψε ένα ελληνικό έπος σε σαράντα οκτώ βιβλία για τις περιπέτειες του θεού Διονύσου. Είχε συγκεντρώσει όλους τους σχετικούς με τον θεό μύθους και κυρίως όσους αφορούν την εκστρατεία του θεού στις ινδίες. Ο Κ. Σκανδάλης σε έρευνα του που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΙΧΩΡ στηρίζεται σε γλωσσικά στοιχεία, για να αποδείξει πως οι εκστρατείες πρωτοελληνικών φυλών, όπως αυτές του Διονύσου και του Ηρακλή, πραγματοποιήθηκαν σε μια αρχαιότατη εποχή και δεν αποτελούν δημιουργήματα της φαντασίας. Η λέξη ερπετό προέρχεται από το ρήμα έρπω το οποίο δίνει τον τύπο σέρπω / serpo λόγω της δασείας. Ο τύπος αυτός συναντάται σε γλώσσες από περιοχές της βόρειας Ινδίας και του Πακιστάν, όπως την Σανσκριτική και διαφόρους απογόνους της.

Ερπετό / φίδι στα:

Σανσκριτικά sarpa

Ινδικά sarpa (Hindi)

Pali sappa(η γλώσσα των ιερών βουδικών κειμένων)

Γκουτζαράτ sarp

Ούρντου (Πακιστάν) saamp

Νεπαλέζικα sarp, sanp

Ρομά (Romani) sapper, sarp, sap.

Η λέξη αυτή λοιπόν  εντοπίζεται στις επτά συγγενικές γλώσσες του παραπάνω πίνακα με πανάρχαια κοινή προέλευση από την περιοχή του αναφέρεται στην εκστρατεία του Διονύσου και σήμερα περιλαμβάνει το Πακιστάν και την Βόρεια Ινδία. Οι λαοί αυτοί διατήρησαν στην αρχαϊκή μορφή της γλώσσας τους αυτή τη λέξη πολύ πριν η γλώσσα τους διασπαστεί σε διαλέκτους. Αυτό όμως το φαινόμενο χρειάζεται πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για να εκδηλωθεί. Η ενσωμάτωση ελληνικών λέξεων στις Ινδικές διαλέκτους δεν μπορεί να αποδοθεί στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου για τον εξής λόγο: η λέξη sarpa, όπως κι άλλες εντοπίζεται σε πολύ αρχαιότερα κείμενα όπως είναι οι Βέδες. Οι αναφορές της λέξεως αυτής στις Βέδες αποδεικνύουν ότι η λέξη χρησιμοποιούνταν τουλάχιστον μια χιλιετηρίδα πριν από την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην περιοχή:

Sarpa -grastah: ένας που δαγκώθηκε από φίδι (SB 1.18.38)

Gale – sarpa: το φίδι πάνω στον ώμο (SB 1.18.38)

Sarpa: από ερπετά (SB 3.30.26)

Sarpa: από φίδια (SB 4.14.3)

Sarpa: -adi: ένα φίδι (SB 6.9.37)

Sarpa: ένα φίδι (CCAdi 11.22)

Sarpavapuh: το σώμα ενός φιδιού (CCMadhva 11.10)

Sarpa – janaih: από την φυλή των ερπετών (SB 10.17.2-3)

Από την άλλη πλευρά παρατηρείται ότι απουσιάζει τελείως μια ρίζα που της μοιάζει σε άλλες ασιατικές γλώσσες. Επίσης, στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται μερικές από τις πολλές λέξεις της Σανσκριτικής που συνδέονται στενά με τις αντίστοιχες ελληνικές:

ΣΑΝΣΚΡΙΤΙΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
nas Νυξ (νύχτα)
dant Οδούς (δόντι)
matra μέτρον
nama όνομα
pitr πατήρ
matr μητήρ
bratr Φράτηρ (αδερφός)
duhitr θυγάτηρ
virah ήρωας
nara ανήρ
devata θεότης
asmi Ειμί (είμαι)
dadami Δίδωμι (δίδω)
Vid / jna Οίδα / γνωρίζω
stha στέκω
pa Πίω (πίνω)
nava νέο
trtiya τρίτη
daksina δεξιά
yugam ζυγός
aja Αίξ (γίδα)
itara Έτερος (άλλος)
ekatara Εκάτερος (ένας από τους δύο)
naus Νάυς (πλοίο)
nira / udaka Νερό / ύδωρ
hrdaya καρδιά
kimpala κύμβαλα
svapna ύπνος

Βιβλιογραφία

Λεξικό του αρχαίου κόσμου του Γ. Λάμψα

Περιοδικό / Χώρ. Τεύχος 100 «Γλωσσικές αποδείξεις για την ιστορική εκστρατεία του Διονύσου στην Ινδία» του Κ. Σκανδάλη.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥ ΚΑΔΜΟΥ

Αρισταίος: Γιός του Απόλλωνα και της Κυρήνης, σύζυγος της Αυτονόης, της κόρης του Κάδμου με την οποία απέκτησε τον Ακταίωνα. Ανατράφηκε απ’ την Γη και τις Ώρες (ή απ’ τον Χείρωνα) και διδάχθηκε από τις μούσες την ιατρική, την μαντική, το κυνήγι, την καλλιέργεια των δέντρων και την μελισσοκομία. Όταν παντρεύτηκε την Αυτονόη, στο γάμο του παραβρέθηκαν οι Μούσες.

Κάποτε οι Κυκλάδες επλήγησαν από μια επιδημία. Το μαντείο των Δελφών τους συμβούλευσε να ζητήσουν την αρωγή του Αρισταίου. Ο Αρισταίος δέχτηκε να τους βοηθήσει με τον όρο να του επιτρέψουν να εγκατασταθεί στην Κέα. Αυτοί συμφώνησαν και τότε ο Αρισταίος πέταξε από τη Φθία ως τη Κέα. Αυτό αποτελεί μία ακόμη ένδειξη ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν πτητικά μέσα.

Εκεί στην κορυφή ενός βωμού προσέφερε θυσίες στον Σείριο και τον Δία Ικμαίο. Ο Δίας άκουσε την παράκληση του και επέτρεψε να φυσήξουν τα μελτέμια για σαράντα ημέρες, έτσι ώστε να απομακρυνθεί η μόλυνση από τον αέρα. Από τότε κατά την παράδοση, την ίδια εποχή τα μελτέμια σκορπίζουν δροσιά στις Κυκλάδες. Γι αυτό λοιπόν στην Κέα τον λατρεύουν ως Δία Αρισταίον.

Μετά το θάνατο του γιού του, του Ακταίωνα ο Αρισταίος κατέφυγε στην Σαρδηνία. Εκεί συμφιλίωσε τις άγριες φυλές του νησιού και απέκτησε δυο γιους, τον Χάρτο και τον Καλλικαρπο, οι οποίοι συνέχισαν το ειρηνευτικό του έργο. Στη συνέχεια ο Αρισταίος πήγε στον Αίμο και εκεί δίδαξε την μελισσοκομία στους ανθρώπους. Ο Αρισταίος τιμήθηκε ως θεός της γεωργίας, της μελισσοκομίας, και της κτηνοτροφίας (Αρισταίος Αγρεύς) σε διάφορες περιοχές.

Βιβλιογραφία

Λεξικό του αρχαίου κόσμου του Γ. Λάμψα

Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Βοιωτίας της Τότας Τσάκου Κονβερτίνο

Αντιφέρα: Ήτανε Αιτωλή δούλη η οποία ανήκε στην Ινώ, την κόρη του Κάδμου. Το όνομα της σήμαινε την αντίπαλο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η Ινώ έτρεφε παθολογική ζήλεια γι αυτή. Με την μυθική αυτή πληροφορία ο Πλούταρχος ερμηνεύει το εξής έθιμο της πατρίδας του της Χαιρώνειας. Ο ιερέας στεκόταν μπροστά στον σηκό του ναού της Λευκοθέας / Ινούς και με ένα μαστίγιο εμπόδιζε τους δούλους να εισέλθουν στο ναό της λέγοντας: «Μη δούλον εισιέναι, μη δούλαν, μη Αιτωλόν μη Αιτωλάν».

Βιβλιογραφία: Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Βοιωτίας της Τότας Τσάκου Κονβερτίνο

Ο ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ

http://www.amfionthiva.gr/i

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s